
Μια επίσκεψη στο Βόλο για λογοτεχνικούς λόγους, ήταν η αιτία να γνωριστούμε με τον ερευνητή Γιώργο Αθανασιάδη. Πληροφορήθηκα λοιπόν, ότι στην Πορταριά του Πηλίου γεννήθηκε το 1830 ένας σπουδαίος ευεργέτης με σημαντική ιστορία στην Αλεξάνδρεια και την Τάντα της Αιγύπτου.
Κι επειδή παροικία που δεν γνωρίζει την ιστορία της δεν έχει μέλλον, το παρόν κείμενο συντάχθηκε με την πρόθεση να γνωρίσει στους αναγνώστες, έναν ακόμη ευεργέτη του Αιγυπτιωτισμού!
Ο περί ου ο λόγος Αιγυπτιώτης, είναι ο αείμνηστος Πανταζής Βασσάνης. Γι αυτό και το αυτοκίνητο του φίλου ερευνητή σταμάτησε ακριβώς στο πάρκινγκ του χωριού, όπου εκεί η πινακίδα της Μνήμης, κατατόπιζε τον επισκέπτη για τον ξεχωριστό Πηλιορείτη.
Ο Γεράσιμος Λειβαδάς γράφει γι αυτόν: “Ο Πανταζής Βασσάνης, αλλού αναφερόμενος ως Παντελής ή Παντελεήμων, γιός του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στην Πορταριά του Πηλίου το 1830 και παρέμεινε εκεί μέχρι την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του. Κατά άλλες πληροφορίες, έφυγε από την Πορταριά σε ηλικία 15 ετών, όταν πέθανε η μητέρα του και εγκαταστάθηκε στην Σμύρνη όπου ήταν η έδρα των Αφών Κασσαβέτη, των εξ αγχιστείας αδελφών του από την μητέρα του. Εκεί παρέμεινε για τρία χρόνια, και μετά μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια όπου συνέχισε να εργάζεται στο εκεί παράρτημα των Κασσαβέτη. Μετά τον θάνατο των Κασσαβέτηδων, εγκαταστάθηκε το 1842 στην Τάντα όπου επιδόθηκε σε επιχειρήσεις με εμπορική και γεωργική δραστηριότητα έχοντας συνεργάτη τον αδελφό του Αθανάσιο.

Η Τάντα, αρχαία Τανασώ των Πτολεμαίων, κτισμένη στην καρδιά του Δέλτα του Νείλου είναι πλέον μια μεγαλούπολη, 800.000 κατοίκων, 5η σε πληθυσμό της Αιγύπτου. Κύριο προϊόν της ήταν το βαμβάκι και γι’ αυτό το λόγο είχε επιλεγεί από πολλούς ξένους ως τόπος κατοικίας. Είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Garbieh όπου στις αρχές του 20ου αι., είχε πληθυσμό 1,5 εκατομμύρια κατοίκους εκ των οποίων 250.000 ζούσαν στην Τάντα. Εκεί λειτουργούσε κρατικό νοσοκομείο και Οφθαλμιατρείο και πολλά σχολεία μεταξύ των οποίων το Γαλλικό College St. Louis. Διέθετε Βρετανικό Προξενείο, Περσικό υπο-προξενείο, Γερμανικό, Ισπανικό, Γαλλικό, Ιταλικό, Ρωσικό και Αυστρο-Ουγγρικό προξενικό γραφείο, υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας Αιγύπτου, της Anglo-Egyptian bank, της Deutsche Orientbank AG, της Τραπέζης Αθηνών, της Ιωνικής Τράπεζας,
Από Ελληνικής πλευράς, η Τάντα διέθετε υπο-προξενείο, μεγάλο Ορθόδοξο ναό της Υπαπαντής που εγκαινιάστηκε το 1887, ενώ ήταν έδρα της Ιεράς μητροπόλεως Ερμουπόλεως και άλλον έναν, του Αγίου Δημητρίου όπου εκκλησιαζόταν ο Βασσάνης. Στην Τάντα λειτουργούσε Ελληνική Λέσχη, Σύνδεσμο Ελλήνων, Φιλόπτωχος Αδελφότητα Ελληνίδων, Ένωση Ελλήνων Διδασκάλων, Φιλαρμονική, Μικρασιατικό Σύνδεσμο, Ηπειρομακεδονική Αδελφότητα, Ένωση Κυπρίων, 2 καλλιτεχνικά σωματεία, και 5 τουλάχιστον Αθλητικά σωματεία. Από το 1875 λειτουργούσε Ελληνικό Σχολείο με ετήσια προσφορά του Βασσάνη. Γύρω στο 1900 λειτούργησαν ξεχωριστά Κοινοτικά δημοτικά αρρένων και θηλέων, καθώς και εξατάξιο γυμνάσιο με 300 περίπου μαθητές, ενώ λειτούργησε ιδιωτικό σχολείο με έτος έναρξης το 1888 και νυκτερινό σχολείο για λίγα χρόνια υπό την εποπτεία φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου.

Ο Βασσάνης πιθανότατα δεν παντρεύτηκε και δεν έκανε οικογένεια, εν τούτοις υπάρχουν πληροφορίες ότι περί τα τέλη της ζωής του μάλλον νυμφεύθηκε και πιθανότατα υπάρχει και τέκνο ή ακόμη και τέκνα. Στην Πορταριά όπου υπάρχει πινακίδα στο σημείο όπου βρισκόταν το σπίτι που γεννήθηκε ο Βασσάνης, αναφέρεται η συνεισφορά του υιού του “Κωνσταντίνου”. Επί πλέον, υπάρχει καταχώριση στην εφημερίδα Ομόνοια της Αλεξάνδρειας όπου την 20η Φεβρουαρίου του 1914 αναφέρει ότι πέθανε ο υιός της “τετιμημένης χήρας του μεγάλου ευεργέτου Πανταζή Βασσάνη, απολοφύρεται απαραμύθητος τον άωρον θάνατον του μονογενούς της υιού, αναρπαγέντος εν ηλικία δέκα τεσσάρων ετών…”.
Την διαθήκη του έγραψε στην Τάντα, στις 21 Απριλίου του 1890. Με αυτήν άφηνε κληρονόμο του τον αδελφό του Ιωάννη που ζούσε στην Πορταριά. Στην περίπτωση μη ευρισκόμενου εν ζωή του Ιωάννου κατά το άνοιγμα της διαθήκης του, άφηνε την περιουσία του στον αδελφό του Αθανάσιο και την αδελφή του Τριανταφυλλιά, σύζυγο του Οδυσσέα Κοκωσλή, με την προϋπόθεση να εκτελεστούν οι τελευταίες του επιθυμίες, σχετικά με τα κληροδοτήματα που άφηνε.
Ο Πανταζής απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1892 μετά από λιγοήμερη ασθένεια από γρίπη. Τον θάνατό του διαπίστωσε ο προσωπικός γιατρός του Δημήτριος Τσουρογιάννης.

Φωτογραφία αρχείου: Στιγμιότυπο απ΄ την τοποθέτηση της πινακίδας από τον Σύλλογο Νέων Πορταριάς
Ο θάνατος του Πανταζή Βασσάνη και το ύψος του κληροδοτήματός του στην Πατρίδα του είχε μεγάλο αντίκτυπο ώστε δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες στη Γαλλία όπως, Le Petit Journal και την Le Monde στις 31 Ιανουαρίου, στην Le Pays την 1η Φεβρουαρίου, την Jοurnal d’Indre-et-Loire την 2α Φεβρουαρίου, την La Gazette du Centre στην Limoges και την Γαλλόφωνη Stanbul της Κωνσταντινούπολης, την γερμανική Passauer Zeitung του Μονάχου και το ισπανικό περιοδικό La Ilustración española y americana στις 8 Φεβρουαρίου.
Το σπίτι του στην Τάντα αγοράστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από το κληροδότημά του το 1915 αφού η πρόταση ψηφίστηκε παμψηφεί από την Βουλή και εκδόθηκε ο νόμος 689 με υπογραφή του υπουργού των Οικονομικών Στέφανο Δραγούμη.
Μετά από σχετική πρόταση του Έλληνα προξένου στην Τάντα, ο υπουργός επί των ναυτικών Βασίλειος Βουδούρης έφερε στην ολομέλεια της Βουλής το θέμα της ανακομιδής των οστών του Βασσάνη στην Ελλάδα και της τοποθέτησής των στην Βασσάνειο Σχολή, ήδη από το 1902. Έκτοτε δεν υπήρξε καμμιά ενέργεια οπότε, το 1971, τα οστά του Πανταζή Βασσάνη εντοπίσθηκαν στο νεκροταφείο της Τάντα μετά από προσπάθειες του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα. Τοποθετήθηκαν σε οστεοφυλάκιο στο κεντρικό κτήριο της Σχολής, κάτω από το άγαλμά του.
Ο Πανταζής Βασσάνης προέβη σε πολλές δωρεές εν ζωή σε διάφορα Ελληνικά και Αιγυπτιακά ιδρύματα. Το 1880 πρόσφερε στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το ποσό των 6.000 φράγκων. Το 1881 πρόσφερε 1000 λίρες στον Ερυθρό Σταυρό, ενώ δώρισε οίκημα για την στέγαση του Ελληνικού Υποπροξενείου στην Τάντα.

Σχολή Ναυτικών Δοκίμων
Μέγιστη ευεργεσία του το κληροδότημα υπέρ της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, που αντιστοιχούσε σε 500,000 φράγκα. Οκτώ χρόνια αφ’ ότου απεβίωσε ο μεγάλος ευεργέτης, την Κυριακή 3/18η Νοεμβρίου του 1900, με προτροπή του προξένου της Ελλάδος Αντωνίου Σαχτούρη, η Κυβέρνηση της Ελλάδος τέλεσε επιβλητική μνημόσυνη δέηση, αντάξια του εθνικού φιλοπάτριδος ανδρός. Η τελετή πραγματοποιήθηκε επί του λιτού και εγκαταλελειμμένου ταφικού μνημείου του εκλιπόντος στο νεκροταφείο της Τάντας, από την Αυτού Θειοτάτη Μακαριότητα τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο, νεοεκλεγέντα στην θέση αυτή μετά τον θάνατο του Σοφρώνιου Δ’. Παρόντες ήταν το σύνολο των ανωτέρων κληρικών του θρόνου, ο ανώτατος πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδος στην Αίγυπτο, Διευθυντής του Πολιτικού Πρακτορείου Νικόλαος Γεννάδης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Αλεξανδρείας Κωνσταντίνος Σαλβάγος, και αρκετοί από τους πρόκριτους παράγοντες του Ελληνισμού στην Νειλοχώρα.

Στις προσφωνήσεις τους που ακολούθησαν, τόσο ο Γεννάδης όσο και ο Φώτιος εξύμνησαν την θερμή φιλοπατρία του Βασσάνη. Ο πρώτος διερμήνευσε την ευγνωμοσύνη του Έθνους προς τον αοίδιμο ευεργέτη ο δε δεύτερος, προέτρεψε την μίμηση του ευγενικού παραδείγματος του μεγάλου πατριώτη, επικαλούμενος τις προσφορές φάλαγγας γενναιοφρόνων πατριωτών που είχε γεννήσει ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός. Τους υψηλούς παράγοντες είχε φιλοξενήσει στο αρχοντικό του ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Τάντας Νικολαϊδης, ο οποίος μετά την τελετή παρέθεσε γεύμα στους υψηλούς προσκεκλημένους.
Τον Δεκέμβριο του 1904, ο Γεώργιος Κουντουριώτης, με εντολή του υπουργού των ναυτικών Σπυρίδωνος Κουμουνδούρου, κατέφθασε στην Αλεξάνδρεια με την θωρηκτή μοίρα πολεμικών μεταφέροντας δύο στεφάνους. Έναν για τον τάφο του Γεωργίου Αβέρωφ και έναν για τον τάφο του Βασσάνη που εστάλη στον πρόξενο της Τάντας.
Μπροστά από τον αδριάντα τοποθετήθηκαν τα οστά του Βασσάνη με μαρμάρινη πλάκα που αναγράφει “Παντελεήμων Βασσάνης 1830-1892, ανήρ φιλόπατρις τε και ευεργέτης της των ναυτικών δοκίμων σχολής. Αποθανών εν Αιγύπτω, τήδε κείται”


