Ο αείμνηστος μαχητής του Ελ Αλαμέιν Δημήτρης Παπαδάκης

Αρχείο: Χριστίνα Ελ Ράχεμπ Παπαδάκη

Στην δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν από 23 Οκτωβρίου – 4 Νοεμβρίου 1942, οι συμμαχικές δυνάμεις έσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αναγκάζοντας τις ναζιστικές δυνάμεις σε υποχώρηση μέχρι την Τυνησία. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δήλωσε μετά τη μάχη «Αυτό δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, όμως είναι, ίσως, το τέλος της αρχής».

Ήδη από τις αρχές του 1942 περισσότεροι από 7.000 Έλληνες της Αιγύπτου προσήλθαν μαζικά και εθελοντικά για να στελεχώσουν τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και πολέμησαν γενναία στο πλευρό των Συμμάχων, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος στα πεδία των μαχών της Βόρειας Αφρικής.


Κάθε χρόνο τιμάμε τους νεκρούς μας ήρωες στο Ελληνικό Μνημείο του Ελ Αλαμέιν.
Όμως εκτός από τους θυσιασθέντες για την ελευθερία κατά του ναζισμού, υπήρξαν κι εκείνοι που έζησαν και διηγήθηκαν τα γεγονότα. Δηλαδή οι αληθινές μαρτυρίες των Αιγυπτιωτών.
Από τα παλαιότερα χρόνια τιμούσαμε μόνο τους αποθανόντες στο πεδίο της μάχης, πολλές φορές αγνοώντας πως ο διπλανός μας που άναβε ένα κερί ήταν κι αυτός εκεί, απλώς έτυχε να επιστρέψει νικητής και ζωντανός.
Αυτοί οι άνθρωποι ουδέποτε ζήτησαν κάποια ανταμοιβή ή απαίτησαν οτιδήποτε από την πατρίδα τους, αλλά σιωπηλοί και υπερήφανοι βάδισαν στη ζωή τους, γνωρίζοντας πως είχαν κάνει το καθήκον τους! Και αυτό τους αρκούσε.


Μία τέτοια περίπτωση που επέστρεψε από τα πεδία των μαχών, ήταν και ο αείμνηστος Δημήτριος Παπαδάκης, πατέρας της Χριστίνας Ελ Ράχεμπ Παπαδάκη, με την οποία συνομιλήσαμε για την οικογενειακή της εμπειρία, όσον αφορά στο Ελ Αλαμέιν και μας δήλωσε τα εξής με ιδιαίτερη συγκίνηση:
«Όχι μόνο ο πατέρας μου αλλά χιλιάδες Αιγυπτιώτες έτρεξαν να αγωνιστούν για την πατρίδα και την ελευθερία. Αυτοί που επέστρεψαν ουδέποτε επεδίωξαν μια τιμή ξεχωριστή, μια παρασημοφόρηση ή κάποιον έπαινο. Γνώριζαν οι ίδιοι πόσο σπουδαίο ήταν αυτό που είχαν πράξει και το κρατούσαν ως πολύτιμο θησαυρό μέσα στην ψυχή και την καρδιά τους. Ο πατέρας μου, υπηρέτησε 7 χρόνια στο στρατό, απ’ το 1940 και μετά το Ελ Αλαμέιν, τον έστειλαν στη Λιβύη, στην Παλαιστίνη, στο Σουδάν, ενώ από απλός στρατιώτης έγινε Δεκανέας. Ως μηχανικός που ήταν η δουλειά του, τον είχαν στα τανκς. Στο Σουδάν έκανε τον γιατρό βοηθώντας στα επείγοντα και τις άδειες ώρες ζωγράφιζε. Τον θυμάμαι να μας διηγείται ότι στις μάχες, όταν συναντούσε φίλους Ιταλούς από εδώ , τα λέγανε παρέα και μετά έπαιρναν τα όπλα ο ένας εναντίον του άλλου όπως πρόσταζαν οι πατρίδες τους.
Αυτά μας τα διηγείτο, αλλά πάντα αισθανόταν υπερήφανος που τα έζησε, που αγωνίστηκε για την ελευθερία και την πατρίδα του, όπου αυτή τον έστειλε και το κυριότερο: ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να παραπονεθεί ή να ζητήσει κάτι γι’ αυτό! Το παράσημό του ήταν η βαθιά του ικανοποίηση μέσα στην καρδιά και το μυαλό του, ότι έπραξε το καθήκον του κι αυτός όπως και οι άλλοι συμμαχητές του!»