
Εκ παραδρομής, το αποσταλέν προ διμήνου άρθρο του κ. Πρόδρομου Αζιζόγλου αναρτάται σήμερα, με την κατανόησή του.
Του Πρόδρομου Αζιζόγλου
Ένας απ’ τους πιο φωτισμένους και ταυτόχρονα φωτεινούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου αυτός για τον οποίο θα σας μιλήσω σήμερα. Παρά τη θέση που κατείχε, δε δίσταζε να «τσαλακωθεί», πραγματώνοντας στο μέγιστο βαθμό τα πιστεύω του.
Πάντα μειλίχιος, είχε ωστόσο ένα βλέμμα που σε μαγνήτιζε, πράο και διαπεραστικό συνάμα, λες κι έβλεπε κατευθείαν μέσα σου. Στα κηρύγματά του άμεσος, ευθύς, κατόρθωνε χωρίς πολλά λόγια να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Όπως τότε που μας μίλησε για την επίσκεψή του στην Αιθιοπία, όπου «εκεί οι άνθρωποι έρχονται στις εκκλησίες όπως είναι, με τα ρούχα της δουλειάς, ορισμένοι ρακένδυτοι, χωρίς να ενδιαφέρονται να φορέσουν το καλό τους κοστούμι – οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν τα οικονομικά μέσα για κάτι τέτοιο άλλωστε. Ψάλλουν και προσεύχονται με τρόπο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που έχουμε συνηθίσει εμείς, τραγουδιστά και συνοδεία τυμπάνων, εν χορδαίς και οργάνοις. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δε σέβονται ή δε δοξάζουν το Θεό, κάθε άλλο!».
Αυτοσαρκαζόταν. Θυμάμαι ας πούμε στο περιθώριο κάποιας σχολικής γιορτής στην οποία είχε παραστεί ως θεατής είχα πάει στο κυλικείο να ψωνίσω κάτι κι αμέσως μετά εμφανίστηκε δίπλα μου, μ’ εκείνο το απίστευτα γλυκό χαμόγελο που τον χαρακτήριζε. «Περάστε», του πρόσφερα τη θέση μου. «Α, όχι αγόρι μου! Κι αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας!» (και με κέρασε και το αναψυκτικό που είχα πάρει).
Εγώ, πνεύμα αντιλογίας μια ζωή, (πίστευα ότι) τον είχα στριμώξει με τις ερωτήσεις μου περί μετά θάνατον ζωή, τη Δευτέρα Παρουσία κλπ. Εκείνος βέβαια καθόταν σχεδόν ανέκφραστος στο γραφείο του κι αφού ολοκλήρωσα τον «πύρινο» λόγο μου, χαμογέλασε μάλλον παιχνιδιάρικα και μου έδωσε την πληρωμένη απάντηση : Είσαι μικρός ακόμα, εγώ να φανταστείς που θα μπορούσα να είμαι παππούς σου και δεν έχω βρει απάντηση ούτε στις μισές από τις ερωτήσεις που μου κάνεις! Μεγαλώνοντας θα αλλάξεις απόψεις, άλλες θα τις κρατήσεις, δεν μπορώ να ξέρω. Να θυμάσαι πάντως ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει, αρκεί να μην προσπαθεί να επιβάλλει τη γνώμη του στον άλλο. Αυτό είναι η χειρότερη μορφή δικτατορίας.
Παρόλο που κάποιοι απ’ την «αυλή» του προσπαθούσαν να τον πλασάρουν ως δυσπρόσιτο, εκείνος πάντα είχε ένα προφίλ «άφετε τα παιδία έλθειν προς με». Είχαμε πάει με ένα συμμαθητή μου μια χρονιά στο Πατριαρχείο να ψάλλουμε τα κάλαντα, θεωρώντας ότι θα πάρουμε γερό χαρτζιλίκι. Ο γραμματέας του δε μας άφησε να τον δούμε και μας ζήτησε να ψάλλουμε επιτόπου. Με το που ξεκινήσαμε να χτυπάμε τα τρίγωνα, εμφανίστηκε στο κατώφλι του γραφείου του χαμογελώντας σαν παιδί κι άρχισε να ψάλλει κι εκείνος μαζί μας. Για κάποιο λόγο δε φορούσε ράσα, αλλά πολιτικά, και το σχολίασα. Η απάντησή του: Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά!
Σε κάποια αίθουσα του Πατριαρχείου υπάρχουν πίνακες ζωγραφικής με όλους τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, που στο κάτω μέρος του αναγράφεται η χρονολογία ενθρόνισης κι εκθρόνισης. Στην περίπτωση αυτού για του οποίου σας μιλάω έγραφε 1988 – 19, με χώρο για να συμπληρωθούν και τα δυο τελευταία ψηφία, ενώ φυσικά θα μπορούσε να ζήσει και την αλλαγή του αιώνα. Η χρονολογία της εκθρόνισης συνήθως συμπίπτει με την ημερομηνία θανάτου του εικονιζόμενου, οπότε εκείνος, που έτυχε τη δεδομένη στιγμή να περνάει από δίπλα μου, σχολίασε : Είδες; Αυτός που έκανε τον πίνακα βάλθηκε να με πεθάνει πριν το 2000!
Σε κάποια λειτουργία ακούστηκαν κάποια στιγμή απ’ την είσοδο του ναού φωνές, γινόταν φασαρία. Πλησίασε και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει και του εξήγησαν ότι είχε μπει στο ναό ένας μουσουλμάνος και τον διώξανε κακήν κακώς. «Γιατί; Ο Θεός είναι Ένας, όπως κι αν τον ονομάζει κάποιος. Αυτός ο κύριος μπορεί να είναι πιο πιστός κι από μένα, κι από τη στιγμή που δε μας προκάλεσε δεν είχαμε λόγο να τον διώξουμε, ιδιαίτερα μ’ αυτόν τον τρόπο».
Ύστερα από κάποια Χριστουγεννιάτικη γιορτή μεταφερόμασταν από το θέατρο όπου γινόταν η εκδήλωση στο γυμναστήριο που ήταν ακριβώς απέναντι, προκειμένου να κόψουμε τη βασιλόπιτα. Περπατούσα ακριβώς από πίσω του και τον άκουσα να σιγοτραγουδάει : Στο Σου μι τζου κάποια βραδιά έχασα όλα τα κλειδιά… Τον συνόδευσα και ξαφνιάστηκε, δεν είχε αντιληφθεί ότι βρισκόταν κάποιος κοντά του. Χαμογέλασε και με ρώτησε αν ήξερα πού είναι το Σου μι τζου. «Ε, στην Ιαπωνία, από εκεί είναι οι θυρωροί που λέει παρακάτω το τραγούδι!». Γέλασε και σχολίασε κάτι για τον Αιγυπτιώτη συνθέτη του τραγουδιού, το Νίκο Ξυδάκη.
Κάποτε του είχα πει ότι χαίρομαι πολύ κάθε φορά που τον βλέπω και μου είχε πει : «Άραγε μετά από χρόνια θα με θυμάσαι; Ή θα κοιτάς τις φωτογραφίες και θα λες ποιος είναι αυτός;». Εγώ δε χρειάζομαι φωτογραφία για να θυμηθώ τον Παρθένιο (Πατριάρχης Αλεξανδρείας 1987 – 1996). Όπως κι αρκετοί από σας φαντάζομαι.


