
Του Νικόλαου Νικηταρίδη
Ότι ισχύει στη γεωργία για την αγρανάπαυση, το ίδιο συμβαίνει και στη θάλασσα με τη λεγόμενη αλιευτική ανάπαυλα. Έτσι, με όχημα το Μηνιαίο Δελτίο του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας του Απριλίου 1934 ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο και συγκεκριμένα σε εποχές που οι Δωδεκανήσιοι σφουγγαράδες ταξίδευαν με τα καράβια τους στο Μισίρι και τη Μπαρμπαριά για να αλιεύσουν σφουγγάρια, μια πρακτική που ανάγεται στα χρόνια της αρχαίας Ελλάδας και στους νεώτερους χρόνους από περίπου το 1800, όταν οι γυμνοί βουτηχτάδες χρησιμοποιούσαν τη σκανδαλόπετρα, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αφού τα σφουγγάρια, ο χρυσός της θάλασσας, είχαν μεγάλη αξία και οι κάτοικοι άγονων νησιών όπως η Σύμη, η Χάλκη και η Κάλυμνος βασίζονταν σε αυτά για την επιβίωση τους.
Στα 1934 λοιπόν, η Αιγυπτιακή Διαχείριση Ακτοφυλακής και Αλιείας είχε ζητήσει από το αρμόδιο Υπουργείο να απαγορευθεί για το τρέχον έτος η αλιεία σπόγγων σε όλα τα αιγυπτιακά ύδατα, αφού σύμφωνα με έκθεση ειδικών κάτι τέτοιο κρινόταν επιβεβλημένο για να επέλθει ανακουφιστική ανάπαυλα στην εντατική εξαγωγή σπόγγων, όπως αυτή είχε ασκηθεί κατά τα τελευταία χρόνια ευρύτατα στην Αίγυπτο, με αποτέλεσμα να πλήττεται το είδος στην ανάπτυξη του, καταστρέφοντας την ελαστικότητα και την αντοχή του.
Το σημαντικό τμήμα του σχετικού αυτού άρθρου είναι εκείνο που καταγράφει πως οι άδειες σπογγαλιείας με δημόσια πλειοδοσία στον ανώτερο πλειοδότη καταχωρούνταν συνήθως σε Έλληνες επιχειρηματίες, οι οποίοι προπλήρωναν το αντίτιμο της άδειας, που ανάλογα το μέρος ποίκιλλε από 100 μέχρι 200 λίρες. Πλην δε ελαχίστων εξαιρέσεων, οι επιχειρηματίες αυτοί δεν εκμεταλλεύονταν προσωπικά τις άδειες, αλλά έρχονταν σε συμφωνία με αντάλλαγμα ορισμένου κέρδους με αλιείς από τη Δωδεκάνησο και άλλα νησιά, οι οποίοι εκτελούσαν την εργασία για ίδιον λογαριασμό, ενώ συγχρόνως φρόντιζαν και για την πώληση των σπόγγων.

Στην Αίγυπτο η σπογγαλιεία διαρκούσε από 1η Μαΐου έως τέλος Οκτωβρίου, διενεργείτο δε κυρίως σε Ελ Άγκαμι και Σουλούμ, ζώνες υποδιαιρούμενες σε δωδεκάδα μικρότερων σταθμών.
Σημειώνεται επίσης, πως όταν το σφουγγάρι είχε λεπτές και μαλακές ίνες, ονομαζόταν συνήθως σπόγγος ¨τουαλέτας¨ και ήταν περιζήτητος αγοραζόμενος σε υψηλές τιμές. Τέτοιοι ήταν οι σπόγγοι της Αιγύπτου, της Συρίας, της Βεγγάζης, της Τριπολίτιδος και του Ελληνικού Αρχιπελάγους.
Το πλήρωμα εκάστου πλοιαρίου απαρτιζόταν από 40 άνδρες, ως επί το πλείστον Έλληνες ειδικευμένους σε αυτό το επάγγελμα, από τους οποίους οι 30 βουτούσαν χωρίς σκάφανδρο και οι 10 με σκάφανδρο.
Ο αιγυπτιακός σπόγγος ήταν από τους περισσότερο εκλεκτούς και η πρώτη του ποιότητα πωλούταν χονδρικώς προς 5-6 λίρες η οκά. Η τιμή της κατωτέρας ποιότητας ποίκιλλε από 150-200 γρόσια διατιμήσεως η οκά. Στο λιανικό εμπόριο ο αιγυπτιακός σπόγγος πωλούταν από 4-60 γρ.διατ. το τεμάχιο, ενώ ο σπόγγος των άλλων προελεύσεων Βεγγάζης, Τριπολίτιδος, Τομπρούκ πωλούταν από 1-20 γρ.διατ. το τεμάχιο.
Ακριβώς λόγω της εκλεκτής του ποιότητας, ο αιγυπτιακός σπόγγος, παρά την ακριβή του τιμή, εξαγόταν κατά μεγάλες ποσότητες ιδίως στη Γαλλία, την Αγγλία και τις αγγλικές αποικίες σε τρόπο ώστε η αιγυπτιακή αγορά να μη διαθέτει πάντοτε παρά μικρές σχετικώς παρακαταθήκες…
Φωτογραφίες: gokalymnos.com


