
Από το βιβλίο του Μανώλη Γιαλουράκη “Η Αίγυπτος των Ελλήνων”
«Στα καρναβάλια πυρετός έπιανε τους Αλεξανδρινούς. Η “Σοσιετέ Αρτιστίκ” συγκαλούσε αλλεπάλληλα συμβούλια. Ο πρόεδρος της Κ. Συναδινός, ο Γραμματέας της, Βίκτωρας Συναδινός, και μια Επιτροπή με τον Γ. Γούσιο, και τον Π. Γλυμενόπουλο, φρόντιζαν για την οργάνωσή τους. Το κύριο βάρος του προγράμματος ήταν τα άρματα του “κόρσο”. Ξεκινούσε μια ολόκληρη πομπή, περνούσε από τις κεντρικές αρτηρίες της πόλης, από την οδό Ρωζέττης – σημερινή Χορρέγια – την Σερίφ, την Τεουφίκ, έκανε τον γύρο της μεγάλης πλατείας και πάλι από την αρχή, χώρια τα ξεμοναχιασμένα άρματα, που περνούσαν και από την οδό “Γερμανία”, την κατοπινή Σουλτάν Χουσεΐν. Κι ήταν τα άρματα αυτά χάρμα οφθαλμών. Αναπαραστάσεις φρουρίων και σκηνές ιστορικές. Άρματα – Παρθενώνες και άλλα, όπου ο Φραγκίσκος, ο βασιλιάς, κι ο Τριβουλέτος, ο γελωτοποιός, ρίχναν άφθονο κομφετί στους θεατές που κατακλύζανε τα πεζοδρόμια. Μια χρονιά η Κλεοπάτρα και ο Καίσαρας αφήσανε εποχή. Η Κλεοπάτρα, μια Αλεξανδρινή καλλονή, περιστοιχισμένη από ολόδροσα κορίτσια, σκορπούσε χαμόγελα και σερπαντίνες. Κι ακολουθούσαν άλλα άρματα, άρματα σωματείων και λεσχών, ομίλων και ιδιωτών. Και μουσική που αντιλαλούσαν οι δρόμο. Και γαϊτανάκι ακόμα… Την πομπή κλείνανε τ αμάξια της εποχής, “λαντώ” και ανθοστόλιστες “βικτώριες” με προσωπιδοφόρους και γυναίκες κάθε λογής, απ τις κυρίες της “αριστοκρατίας” ως τις “αρτίστες” των ποικιλώνυμων καμπαρέ. Και μαζί με τούτα, ένας κόσμος “μασκαράδων”, με γεμάτες τις τσέπες κομφετί, που το σκορπούσε απλόχερα σε κάθε βήμα. Σωστός χαρτοπόλεμος, μ άφθονα χαρτιά, πολεμοφόδια, σπονδή στο θεό Καρνάβαλο. Μαζί με αυτά και το βαρύ πυροβολικό, το “καρνάντολι”, μικρά κουφετάκια από γύψο. Η μάχη έφτανε στο κατακόρυφο, όταν περνάμε μέρος και οι ένοικοι απ τα μπαλκόνια. Οι σερπαντίνες ανεμίζαν στον αέρα και τα “καρνάντολι” στρώναν τους δρόμους. Κι ήταν τα μπαλκόνια και αυτά, καταστόλιστα μ άνθη κι υφάσματα βελούδινα. Βραβεύανε όχι μονάχα τα ωραιότερα άρματα, αλλά και τα ωραιότερα μπαλκόνια. Η Αλεξάνδρεια, τη μέρα του “κόρσο”, ξυπνούσε απ τα χαράματα. Η Δημαρχία έστηνε στην κεντρική πλατεία εξέδρες για το κοινό, αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν ο Αμβρόσιος Ράλλης. Το βράδυ κείνο, η Αλεξάνδρεια χόρευε. Χόρευαν κάθε βράδυ στις αποκριές, το βράδυ όμως του “κόρσο” ήταν κάτι το ξέχωρο. Μα ο χορός που άφηνε εποχή ήταν εκείνος της “Φιλοπτώχου”, στο θέατρο “Ζιζίνια”, το “Βεγιόνε”, όπως το λέγαν. Χιλιάδες οι μασκαρεμένοι.
Άφθονο το πιοτό. Τα μεσάνυχτα, οι “αυστηρών ηθών” αποχωρούσαν, μαζί και οι περισσότερες δεσποινίδες. Ο χορός έπαιρνε τότε χαρακτήρα άλλο, πολλές κυρίες ξεχνούσαν τις δεσμεύσεις τους. Ανταποδίδανε τα ίδια κι οι σύζυγοι. Οι πιο συντηρητικοί προτιμούσαν τον χορό της “Αλάμπρας”, θέατρο του Ελληνοεβραίου Κονελιάνο, κοντά στο Σταθμό του Καΐρου. Σε νεότερα χρόνια προστέθηκαν και οι χοροί του “Αισχύλου” και του “Σκαιήτιγκ”, κέντρο στην οδό Ρωζέττης που στους χορούς του πρωτοστατούσε ο Ανδρέας Παλαιολόγος. Το 1914, ρίχνει τέλος στην αυλαία. Ο πόλεμος δεν είχε καιρό για τέτοια. Όμως δεν έπαψαν τα γλέντια στις αποκριές. Το “καρνάντολι” αντικαταστάθηκε με φασόλια, τ άρματα όμως χαθήκανε. Με μαθηματική ακρίβεια, χρόνο με το χρόνο, όλα σβήσανε. Η Αλεξάνδρεια των Ελλήνων δεν υπάρχει».

