
Εκτός από τις καθημερινές δραστηριότητες της Παροικίας, οφείλουμε να φέρνουμε στο φως, όλες και όλους, που κάποτε έλαμψαν ως προσωπικότητες στην Πόλη μας, για να ενθυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεότεροι.
Η Καίτη Βουτσάκη υπήρξε Ελληνίδα-Αιγυπτιώτισσα, χορεύτρια, τραγουδίστρια και ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 21 Φεβρουάριο του 1930, από εύπορη, ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια, καταγόμενη από την Κρήτη. Ήταν η μικρότερη από τα τέσσερα παιδιά της οικογένεια. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στη συνοικία της Ιμπραημίας.
Από 6-7 ετών (εποχή που ορφάνεψε από πατέρα) ξεκίνησε να σπουδάζει μπαλέτο, κλακέτες, και ακροβατικά σε διάφορες Σχολές, με σημαντικότερη τη Σχολή Nicol’s η οποία έδρευε αρχικά στην Αλεξάνδρεια και μεταφέρθηκε αργότερα στο Κάιρο. Θεατρικές σπουδές και χορό, ξεκίνησε από παιδάκι στη Δραματική Σχολή του Μάνου Δημητρίου, η οποία λειτουργούσε στην Αλεξάνδρεια.
Ο Μάνος Δημητρίου οργάνωνε προπολεμικές παραστάσεις με τους μαθητές του, παιδικές καθώς και για ενήλικες, όπου παρουσιάστηκε και η Καίτη Βουτσάκη, σε παιδική ακόμα ηλικία. Το 1940 ο θίασος πήρε την επωνυμία ‘Ελληνικός Θίασος Αλεξανδρείας’, και την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου παρουσίασε επιθεωρήσεις σε κείμενα των Μαξ Τσακασιάνου, Μ. Αργύρη, Μαλλαράκη κ.α. Το 1941 ο θίασος διαλύθηκε.

Η Καίτη Βουτσάκη άρχισε την καριέρα της από πολύ μικρή. Αρχικά, σπούδασε κλασικό χορό στην Αλεξάνδρεια, στη Σχολή της Ουγγαρέζας Clara Gorilovitch, με της οποίας την κόρη η Καίτη έδωσε και μια χορευτική παράσταση στο παλάτι της Βασίλισσας Φαρίντα.
Όταν η Καίτη πρωτοεμφανίστηκε στο Ελληνικό Θέατρο της Αλεξάνδρειας, ήταν μόλις 8 ετών. Στα 13 της, παρουσιάστηκε δίπλα στη Σοφία Βέμπο, η οποία την εποχή εκείνη περιόδευε στην Αίγυπτο. Την περίοδο 1943-44, παιδί ακόμα, εντάχθηκε στο θίασο της Μαίρης Γιατρά-Λεμού, και παρουσιάστηκε στα θέατρα “Αλάμπρα” Αλεξανδρείας, “Λούνα Παρκ” Ιμπραημίας, και “Εσβεκείας” Καΐρου, στα έργα: “Τόπο στα νιάτα”, “Τριαντάφυλλα όλο το χρόνο”, και “Αίτησις γάμου.
Διέπρεψε ιδιαίτερα στην κωμωδία “Ο πειρασμός”, του Γρηγόρη Ξενόπουλου, ερμηνεύοντας το ρόλο της Καλλιόπης, της νεαρής υπηρετριούλας που ήταν και ο πειρασμός της ομώνυμης παράστασης, η οποία ανέβηκε από το θίασο της Μαίρης Λεμού στο θέατρο “Μοασσάτ” της Αλεξάνδρειας την περίοδο 1944-45. Επικεφαλής αυτού του Θιάσου ήταν ο σύζυγος της Μαίρης Γιατρά, Αδαμάντιος Λεμός, ο οποίος το 1943 πρωταγωνίστησε στο έργο του Μάνθου Κέτση “Οι αντάρτες”, που ανέβασε το ‘Συγκρότημα Ψυχαγωγίας Ενόπλων Δυνάμεων’ στο “Βασιλικόν Θέατρον της ‘Όπερας” (Khedivial Opera House ή στα αραβικά: Dar Awbira al-Khudawi) του Καΐρου.

Η παράσταση συνεχίστηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αλεξάνδρεια, στο Πορτ Σάιντ και την Ισμαηλία. Ο Αδαμάντιος Λεμός, το 1944-45 ίδρυσε τον Θίασο Λεμού, και συνέχισε τις παραστάσεις του στην Κύπρο, και αργότερα στην Αθήνα. Εκτός του Θιάσου της Μαίρης Γιατρά, το 1944 η Καίτη Βουτσάκη παρουσιάστηκε ως σουμπρέτα στα εγκαίνια του Θεάτρου του “Γαλλικού Λυκείου” στην περιοχή Ράμλι της Αλεξάνδρειας, με τον θίασο “Ηνωμένα Θέατρα” του Κίμωνα Σαρολίδη, στην οπερέτα του Γ. Παπακωνσταντίνου “Πώς γλεντούν οι γέροι”.
Το 1946, η Καίτη Βουτσάκη εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στο Κάιρο, και συνέχισε τις χορευτικές σπουδές της αρχικά στη Σχολή της Ρωσίδας μπαλαρίνας Sonia Ivanova, όπου σπούδασαν χορό τόσο η Tahia Carioca, όσο και η Samia Gamal, και έπειτα στην Σχολή χορού της Γερμανίδας Nicols, όπου διδάχτηκε και ακροβατικά. Την ίδια χρονιά, ο σκηνοθέτης Abdel Fattah Hassan της έδωσε την ευκαιρία να εμφανιστεί για πρώτη φορά και στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, σε ένα χορευτικό νούμερο, στην ταινία “Al Ghirat”.

Γύρω στο 1948 προσλήφθηκε ως σολίστα ευρωπαϊκών χορών (khawajati στα αραβικά) στο περίφημο Casino Opera που έδρευε στο Κάϊρο, στην πλατεία Ibrahim Pacha, γνωστή και ως Πλατεία Όπερας, λόγω του ομώνυμου Βασιλικού Θεάτρου που δέσποζε εκεί. Το Casino όταν πρωτοάνοιξε τις πόρτες του στα τέλη του 1940, ήταν αμερικανικών και ευρωπαϊκών προδιαγραφών, διέθετε κινηματογράφο, θέατρο, σχολή χορού, εστιατόριο με μουσική, ρουφ γκάρντεν, λέσχη και καφέ-μπαρ
Το Casino Opera λειτουργούσε δυο φορές την ημέρα ως χώρος διασκέδασης, και παρουσίαζε θεατρικά σκετς και δύο μουσικοχορευτικές παραστάσεις. Μια μεσημεριανή για όλη την οικογένεια, και μία βραδινή, στις 9.30 μ.μ.
Τις ημέρες αργίας, Παρασκευές και Κυριακές, το Casino άνοιγε στις 6.30 μ.μ. Μέσα στη σάλα απαγορευόταν ρητά σε όλους τους καλλιτέχνες να κάθονται στα τραπέζια των πελατών, ή να ανοίγουν μπουκάλια με ποτά. Αυτό αναγραφόταν προς γνώση των πελατών, και στο έντυπο πρόγραμμα. Στα μέλη του χορευτικού θιάσου γινόταν κάθε απόγευμα εντατική εκπαίδευση από τη Badia Masabni η οποία δίδασκε μια εξελιγμένη μορφή του Raqs Baladi, δηλαδή του παραδοσιακού-τοπικού χορού, που ήταν ο Raqs Sharqi, γνωστός και ως “ανατολίτικος χορός”.
Στο θίασο δίδασκαν χορογραφία και άντρες χορευτές, όπως ο Isaak Dixon, ο Ibrahim Akif, καθώς και ο Έλληνας Χρήστος Κλαδάκης, οι οποίοι εισήγαγαν στο χορό οριεντάλ στοιχεία ευρωπαϊκών χορών και μπαλέτου, που επίσης διδάσκονταν ξεχωριστά οι κοπέλες του θιάσου.

Την εποχή που η Καίτη Βουτσάκη εντάχθηκε στο θίασο του Casino Opera, η Badia Masabni, λόγω ηλικίας, δεν χόρευε πλέον, ούτε τραγουδούσε, παρά μόνο εκτελούσε χρέη κονφερασιέ. Και στο καζίνο δεν υπήρχε πλέον σχολή χορού, αλλά λειτουργούσε μόνο το θέατρο, ο κινηματογράφος και το εστιατόριο. Και παρ΄όλο που η Καίτη είχε προσληφθεί στη θεατρική σκηνή του Casino Opera ως σολίστα ευρωπαϊκών χορών, ανάμεσα στα κοστούμια της είχε πάντα και μια στολή οριεντάλ, ανυπομονώντας να χορέψει Raqs Sharqi.
Η ευκαιρία που επιθυμούσε διακαώς, της δόθηκε γύρω στο 1948, μια ημέρα που για κάποια αιτία δεν πήγε να εκτελέσει το νούμερό της η διάσημη χορεύτρια του οριεντάλ Hoda Shams El Din, και η Badia πρότεινε στην Καίτη να την αντικαταστήσει. Ήταν η εκπληκτική αποκάλυψη του Casino, και η μεγάλη επιτυχία της Badia ως εργοδότριας.
Στα 10 χρόνια της λειτουργίας του, το Casino Opera της Badia Masabni, αλλά και τα προηγούμενα τέσσερα nightclubs που είχε ξεκινήσει να ιδρύει στο Κάιρο, τη Γκίζα και την Αλεξάνδρεια ήδη από το 1926, υπήρξαν σπουδαία καλλιτεχνικά φυτώρια από τα οποία αναδείχτηκαν μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως οι μουσικοί-τραγουδιστές Mohammed Abdel Wahab και Farid al Atrash, καθώς και οι διάσημοι κωμικοί Ismail Yassine και Zeinat Sedki.
Επίσης, εκτός της Καίτης Βουτσάκη, από το περίφημο αυτό Casino ξεκίνησαν τη λαμπρή τους καριέρα και άλλες διάσημες χορεύτριες, όπως η Samia Gamal, η Nadia Gamal, η Nelly Mazloum και η Tahia Carioca, οι οποίες ως μέλη του θιάσου χόρευαν και στο παλάτι του βασιλιά Φαρούκ. Εξ αιτίας του ότι στο Casino υπήρχαν και πολλοί Ευρωπαίοι θαμώνες, οι οποίοι δεν έβρισκαν και ιδιαίτερα ελκυστικές τις χορεύτριες με τις τοπικές στολές, προσαρμόστηκαν και αυτές κατά την περίσταση.

Έτσι, η παραδοσιακή κελεμπία με το μαντήλι δεμένο γύρω από τους γοφούς του Raqs Baladi, αντικαταστάθηκε από την κλασική πλέον στολή του Raqs Sharqi, που αφήνει ημίγυμνο το σώμα, καλυμμένο με πέπλα, πούλιες και χάντρες, φανερά επηρεασμένη από ανατολίτικου στιλ Χολιγουντιανές ταινίες, τύπου ‘Μάτα Χάρη’. Με αυτό τον τρόπο, ο οριεντάλ χορός απέκτησε και έναν ιδιαίτερο αισθησιασμό, τονίζοντας τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Μόνο ο αφαλός απαγορευόταν, δια νόμου, να φαίνεται. Οπότε, τον κάλυπταν επιμελώς με κάποιο διακοσμητικό στολίδι, ή με λεπτό φιλέ που έκρυβε όλο το γυμνό μέρος του σώματος.
Από το 1948 η Καίτη Βουτσάκη παράλληλα με τις παραστάσεις που έδινε στο Casino Opera άρχισε να εμφανίζεται πλέον πολύ συχνά και στον Αιγυπτιακό κινηματογράφο, όπου το ταλέντο, η πληθωρική σκηνική της παρουσία, η ομορφιά της και το ακαταμάχητο χαμόγελό της, την καθιέρωσαν. Ο σκηνοθέτης Abdel Fattah Hassan που την είχε πρωτοβγάλει στα δεκαπέντε της χρόνια στον κινηματογράφο, της έδωσε πάλι την ευκαιρία να κάνει μια εντυπωσιακή χορευτική εμφάνιση, με πάρα πολλά, δύσκολα ακροβατικά, στην ταινία “Nargis”, όπου πρωταγωνιστούσαν η Nour el Hoda και ο Mohamed Fawzi.

Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε με το πλήρες, ελληνικό όνομά της, δηλαδή το “Καίτη Βουτσάκη”, χορεύοντας ως αλυσοδεμένη σκλάβα, με συνοδεία κλασικής ευρωπαϊκής μουσικής, στην ταινία “Kholoud”, στην οποία πρωταγωνιστούσε η κορυφαία για χρόνια Αιγύπτια ηθοποιός Faten Hamama. Από την ταινία αυτή και μετά, η Καίτη χρησιμοποιούσε πλέον ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο το μικρό της όνομα Ketty (στην αραβική كيتي : Kitty, Katy ή Katie, γιατί το φωνήεν -ε- μόνο προφέρεται αλλά δεν γράφεται). Την επόμενη χρονιά παρουσίασε ένα εξίσου εξαιρετικό νούμερο, χορεύοντας μπαλέτο και κάνοντας ακροβατικά, στην ταινία “El Masri Effendi”.
Το 1949 χόρεψε για πρώτη φορά οριεντάλ στην ταινία ‘Gawaher’ (Κόσμημα), και από τότε η χαρισματική παρουσία της σε αυτό το είδος χορού, αποτελεί πραγματικά ένα διαχρονικό κόσμημα στην ιστορία του αιγυπτιακού κινηματογράφου!
Το Σεπτέμβριο μήνα αυτής της ίδιας χρονιάς, όπως δημοσιεύουν καλλιτεχνικά άρθρα εφημερίδων της εποχής, έκανε και την πρώτη εμφάνισή της στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Αθήνα, ως χορεύτρια ανατολίτικων χορών στο θέατρο “Σαμαρτζή”, στην επιθεώρηση “Όκέϋ”, ενώ παράλληλα τραγούδησε και σε ένα μουσικοχορευτικό νούμερο που έγραψε αποκλειστικά γι΄αυτήν ο Αλέκος Σεκελλάριος.

Από το 1949 η Καίτη άρχισε και εντατικά μαθήματα αραβικών, ενώ παράλληλα, ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής στη Σχολή του διάσημου Αιγύπτιου ηθοποιού και σκηνοθέτη Yousef Wahby. Τον Οκτώβριο του 1950 η Kitty μιλώντας πλέον τέλεια αραβικά, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε αιγυπτιακή ταινία ως ηθοποιός, τραγουδίστρια και χορεύτρια, συμπρωταγωνίστρια της Faten Hamama, στην ταινία του Mahmoud Zulfiqar “Akhalq lil-baye’a”, ενσαρκώνοντας το ρόλο της χορεύτριας Κατίνας.
Με αυτό τον πρώτο και μεγάλο, επιτυχημένο ρόλο της, ξεκίνησε ουσιαστικά και την καριέρα της. Ο ρόλος της “Κατίνας” είναι εκείνος που την απογείωσε και την επέβαλε σαν αστέρι πρώτου μεγέθους στον αιγυπτιακό κινηματογράφο.
Από το 1950 και μέχρι το 1965, η Καίτη Βουτσάκη παρουσιάστηκε σε περισσότερες από 70 ταινίες, χορεύοντας με εξαιρετική χάρη, εκπληκτική ευλυγισία και ιδιαίτερη κομψότητα, οριεντάλ, μπάλαντι, αλλά και μπαλέτο, καθώς και ευρωπαϊκούς και λατινοαμερικάνικους χορούς, όπως γαλλικό καν-καν, μάμπο, ρούμπα, σάμπα, ροκ εντ ρολ, τζαζ, κλακέτες, φαραωνικά κλπ, ακόμα και σπανιόλικα με καστανιέτες.
Σε πολλές ταινίες η χορογραφία ήταν σπονδυλωτή, και περιλάμβανε από οριεντάλ μέχρι δυο-τρία είδη ευρωπαϊκών χορών, που με τις ανάλογες αλλαγές χορευτικών κουστουμιών, θύμιζε χολιγουντιανό μιούζικαλ. Πραγματικό ρεσιτάλ στο χορό οριεντάλ, παίζοντας “ζίλια”(sagat), και κάνοντας φιγούρες που έδειχναν όλη την επιδεξιότητά της στο είδος αυτό, έδωσε το 1951 στις ταινίες “Leilet al Henna” και “Fi al Hawa Sawa”.

Επίσης, στην ταινία του 1954 “Aabid al Mal” χόρεψε τον πολύ δύσκολο, λόγω της εξαιρετικής ισορροπίας που χρειάζεται, παραδοσιακό σε όλη τη Μέση Ανατολή, γαμήλιο χορό shamadan, στερεώνοντας με ένα είδος περικεφαλαίας στο κεφάλι, ένα κηροπήγιο με εννέα αναμμένα κεριά. Σε κάποιες ταινίες χόρεψε και τον παραδοσιακό, φελάχικο χορό με μπαστούνι “saidi”.
Και στην ταινία του 1954 “El Achek el Mahroum” χόρεψε με σπαθί τον, επίσης παραδοσιακό χορό, “raqs al-saif” , συνοδευόμενη από τον τραγουδιστή Shafik Galal. Στους ευρωπαϊκούς χορούς είχε αρκετές φορές για παρτενέρ της τον Έλληνα χορευτή-χορογράφο Χρήστο Κλαδάκη, ο οποίος, μετά την αποχώρησή του από το Casino Opera, είχε ανοίξει δική του Σχολή Χορού στο Κάιρο, και παράλληλα έκανε καριέρα στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, έχοντας παρουσιαστεί την περίοδο 1950-1963 σε 29 ταινίες.
Επίσης, σε κάποιες ταινίες τραγουδούσε, χρησιμοποιώντας ανάμεσα στα αραβικά, τα οποία μιλούσε άπταιστα, και κάποιες ελληνικές λέξεις. Χαρακτηριστικές ταινίες με έντονο ελληνικό χρώμα, που έδειχναν την αρμονική συνύπαρξη Αιγυπτίων και Ελλήνων, είναι δυο παραγωγές του 1952. Η μία έχει τίτλο “Kaas al Azab” (Το ποτήρι του μαρτυρίου ή Το πικρό ποτήρι), στην οποία πρωταγωνιστούσε η διάσημη σύζυγος του Ομάρ Σαρίφ, η Faten Hamama.
Στην ταινία αυτή η Καίτη Βουτσάκη ερμηνεύει το ρόλο της Ελένης, Ελληνίδας φίλης της πρωταγωνίστριας, όπου μιλάει και τραγουδάει ελληνικά, καταλήγοντας μάλιστα και με δημοτικό τραγουδάκι-κανάκεμα μωρού. Επίσης, χορεύει χασαποσέρβικο μαζί με τσολιάδες και βλαχοπούλες, με μουσική υπόκρουση τη “Βαλεντίνα” του Βασίλη Τσιτσάνη, που ερμηνεύει η Μαρίκα Νίνου.
Η δεύτερη έχει τίτλο “Sham el Nessim” (Φύσηξε το αεράκι ή Πάσχα), σπονδυλωτή ταινία σε παραγωγή και σενάριο του Αιγυπτιώτη Π.Ζορπανέλη, στην οποία εξελίσσονταν οι ιστορίες τριών οικογενειών: μιας αιγυπτιακής, μιας ελληνικής και μιας ιταλικής. Στις ταινίες αυτές δίπλα στην Καίτη Βουτσάκη παρουσιαζόταν και ο Αιγυπτιώτης ηθοποιός Γιώργος Ιορδανίδης.
Ιδιαίτερα δημοφιλής η Καίτη Βουτσάκη έγινε το 1951 με την φανταστική ταινία “El Sabr Gamil”, όπου υποδυόταν μια γάτα-τζίνι .Όμως, εκεί όπου διακρίθηκε για το πηγαίο κωμικό της ταλέντο, ήταν όταν πρωταγωνίστησε δίπλα στον μεγάλο Αιγύπτιο κωμικό Ismail Yassine, σε πολλές επιτυχημένες ταινίες, όπως: “Ismail Yassine’s Ghost” (1954), “The country girl” (1954), “Ismail Yassine in Wax Museum” (1956) και πολλές άλλες.

Μάλιστα στην ταινία “Ismail Yassine’s Ghost” ο Λιβανέζος τραγουδιστής Mohamed Salman ερμηνεύει ένα πολύ εύθυμο και ποιητικό τραγούδι γραμμένο ιδικά για αυτήν, με τίτλο: “Καλώς την Kitty” στο οποίο χορεύει η ίδια επικεφαλής μεγάλου γυναικείου χορευτικού συγκροτήματος. Μεταξύ των άλλων στους στίχους αναφέρεται: “Το πρόσωπό σου λάμπει σαν το φεγγάρι που ανατέλλει!
Παράλληλα, παρουσιάστηκε σε ταινίες με άλλους σπουδαίους Αιγύπτιους πρωταγωνιστές, όπως την Zeinat Sedki, την Tahia Carioca, τη Leila Mourad, τον Farid al Atrash, το Youssef Wahby, τη Mariam Fakr Eldin, τη Magda, τη Honda Soltan κ.α. Ανάμεσα στις ταινίες της ξεχώρισαν και προβλήθηκαν και στην Ελλάδα τα έργα “Lahn al Kouloud” (1952), με ελληνικό τίτλο “Το τραγούδι του πόνου”, και “The Marital Dwelling” (1953) με ελληνικό τίτλο “Μάρτυς μου ο Θεός είμαι αθώα”.
Επίσης, η ταινία του 1953 “Bint el Hawa”, που προβλήθηκε το 1957 μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, με τίτλο “Νανούσα, η αμαρτωλή του Καΐρου”. Η ταινία αυτή υπήρξε και η πρώτη Αιγυπτοελληνική συμπαραγωγή των Σαρλ Νάχας-Βασίλη Βακατάση η οποία “μιλούσε” ελληνικά με την τεχνική του ντουμπλάζ.
Διευθυντής της ελληνικής έκδοσης ήταν ο Αιγυπτιώτης Γιώργος Κ. Χαραλαμπίδης ο οποίος είχε κάνει και την εισαγωγή της πρώτης ελληνικής ταινίας στην Αίγυπτο, ενώ παράλληλα ήταν παραγωγός ταινιών μεγάλου μήκους αλλά και ταινιών μικρού μήκους με ιστορικά, καλλιτεχνικά και αθλητικά επίκαιρα, που τον έχουν καθιερώσει, ως προς αυτό το είδος, πρωτοπόρο στην ιστορία του αιγυπτιακού κινηματογράφου.

Στην ταινία αυτή, εκτός της Καίτης Βουτσάκη παρουσιάζονταν σε σημαντικούς ρόλους και άλλοι Έλληνες ηθοποιοί, όπως ο Γιώργος Ιορδανίδης, πατέρας του σκηνοθέτη Γιάννη Ιορδανίδη, ο Τέλης Ανθίδης, πατέρας των αδελφών Μπρόγιερ κ.α. Εισαγωγέας αυτών των ταινιών στην Ελλάδα ήταν ο Αιγυπτιώτης Γιώργος Κ. Χαραλαμπίδης, και η διανομή γινόταν από τα γραφεία εκμεταλλεύσεως ταινιών των Μ.Πετρολέκα και Αριστοτέλη Γεωργιάδη που έδρευαν στην Αθήνα.
Κατά τη δεκαετία του ’50 η Καίτη Βουτσάκη συνεργάστηκε και με τον σκηνοθέτη, σεναριογράφο και παραγωγό Hassan El-Seify (1927-2005)[17], με τον οποίο γύρισε αρκετές επιτυχημένες ταινίες, με γνωστότερες τις:”Ibn Zawat” (1953), “Afritet Ismail Yassine” (1954), “El Zolm Harram” (1954), “The man with the bold eyes”(1958) κ.ά.
Το απόγειο της καριέρας της Καίτης Βουτσάκη στον αιγυπτιακό κινηματογράφο ήταν το 1958, όπου παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σε τρεις ταινίες. Στο φιλμ “Abu Ayoon Darai” όπου χορεύει και τραγουδάει συγχρόνως, με παραλλαγμένους στίχους για τις ανάγκες του σεναρίου, το τραγούδι του Abdel Halim Hafez “Ouloulou”.
Στο “Ismail Yassin fi mostashfa el maganen” (Ο Ισμαήλ Γιασίν στο τρελοκομείο) και στο “Hal aktulu zawji” (Πρέπει να σκοτώσω το σύζυγό μου?) όπου στο τέλος, με την υπόκλισή της, εισπράττει τα “μπράβο” και τα χειροκροτήματα του κοινού. Στην επόμενη ακριβώς ταινία της του 1960, που είχε τίτλο “Qalb fi Alzalam” (Καρδιά στο σκοτάδι) χορεύει με παρτενέρ τον Χρήστο Κλαδάκη δυο ευρωπαϊκούς χορούς με στοιχεία μπαλέτου.
Όλο αυτό το διάστημα, παράλληλα με τον κινηματογράφο, αφού αποχώρησε από το Casino Opera, εργάστηκε αρχικά για μικρό διάστημα στη μουσική θεατρική σκηνή του “Auberge al Tarf” που βρισκόταν στην κεντρική λεωφόρο Emad el Din, και αμέσως μετά, για 10 ολόκληρα χρόνια στο ιστορικό Casino-Theater “Shehrazade”, το οποίο διεύθυνε η παλιά ηθοποιός, τραγουδίστρια και χορεύτρια Fathya Mahmoud (1913-1981)[18]. Εκείνη την εποχή η Καίτη ήταν τόσο διάσημη, ώστε είχε κυκλοφορήσει ευρέως το χαρακτηριστικό σλόγκαν: “Πάμε να δούμε τις Πυραμίδες, τη Σφίγγα και την Kitty”!
Από το 1960 που ιδρύθηκε η αιγυπτιακή τηλεόραση, η Καίτη Βουτσάκη μεταπήδησε από τα κινηματογραφικά στα τηλεοπτικά πλατό, όπου παρουσιάστηκε σε αρκετές σειρές. Σε ένα από τα σίριαλ που πήρε μέρος, μαζί της παρουσιάστηκε σαν παιδί-θαύμα και ο μελλοντικός σκηνοθέτης Γιάννης Ιορδανίδης.
Το grand finale της καριέρας της στον αιγυπτιακό κινηματογράφο ως χορεύτρια οριεντάλ, η Καίτη Βουτσάκη το έκανε το 1965 στην έγχρωμη παραγωγή “Al Aql Wal Mal” (Το μυαλό και το χρήμα), όπου εμφανίζεται σαν οπτασία μέσα στην έρημο και χορεύει μπροστά στον έκπληκτο Ismail Yassine, που είναι και ο πρωταγωνιστής. Η μουσική από αυτό το χορευτικό στιγμιότυπο τη συνόδεψε πολλά χρόνια αργότερα, το 1980, και στην τελευταία ταινία που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, και είχε τίτλο “Και ξανά προς τη δόξα τραβά”.

