100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Χρήστου

του Γιάννη Μουγγολιά

Περιοδικό “Αναγνώστης”

Η φετινή χρονιά φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικό ορόσημο αφού συνδέεται με τη συμπλήρωση ενός αιώνα (8 Ιανουαρίου) από τη γέννηση του κορυφαίου συνθέτη, στοχαστή και φιλόσοφου Γιάννη Χρήστου, μιας μορφής γιγάντιου καλλιτεχνικού αναστήματος που το συγκλονιστικό έργο του και η πολυκύμαντη όσο και εξαιρετικά σύντομη ζωή του άφησε ανεξίτηλο ίχνος στην πολιτιστική διαδρομή αυτής της χώρας και σφράγισε τη σύγχρονη, πρωτοποριακή μουσική δημιουργία. Ταυτόχρονα στις 8 Ιανουαρίου 2026 συμπληρώνονται 56 χρόνια από τον ξαφνικό θάνατό του στα 44 του και μάλιστα την ίδια μέρα, στις 8 Ιανουαρίου, μέρα των γενεθλίων του, μια μέρα μετά την ονομαστική γιορτή του και με τον ίδιο τρόπο (αυτοκινητιστικό δυστύχημα) που επίσης έφυγε από τη ζωή (14 χρόνια πριν τον θάνατο του Γιάννη Χρήστου και 70 χρόνια πριν από το σημερινό χρονικό ορόσημο) ο αγαπημένος αδελφός του και πνευματικός του μέντορας και μεγάλη προσωπικότητα στον χώρο της ψυχανάλυσης, μαθητής του Carl Jung, Εύης (Ευάγγελος) Χρήστου. Ο θάνατος του αδελφού του ήταν ένα ουσιαστικό πλήγμα στη ζωή του Γιάννη Χρήστου που τον συγκλόνισε και ταυτόχρονα αποτέλεσε ουσιαστικό μεταίχμιο και για την κατεύθυνση και εξέλιξη της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του συνθέτη.

Βεβαίως η ταύτιση της ημερομηνίας γέννησης και θανάτου του Γιάννη Χρήστου ήρθε να προστεθεί και να αποκτήσει ξεχωριστές διαστάσεις στο συνολικό πλαίσιο της προσωπικής μυστηριακής μυθολογίας του συνθέτη, μυθολογίας που έτσι κι αλλιώς είχε οικοδομηθεί και μέσα από το συνθετικό του έργο και μέσα από τις θεωρίες, αντιλήψεις και αναζητήσεις του και μέσα από τη μυστικιστική περιπέτεια της μουσικής του. Στοιχεία που λειτούργησαν σαν μαγνήτης στο ενδιαφέρον των μουσικόφιλων, των μελετητών αλλά και των νέων που ελκύονταν και από το θρύλο που τον περιέβαλε.

Βεβαίως δεν υπάρχει σε αυτό το κείμενο η φιλοδοξία να προσεγγίσουμε συνολικά την το έργο και την ποικίλη προσωπικότητα του Γιάννη Χρήστου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεδαφικό και λειψό, απλά θα αναφερθούμε σε καθοριστικά σημεία που σχετίζονται με τη γέννησή του και τον θάνατό του καθώς και στο πρώτο και στα τελευταία του έργα.

Γέννηση και παιδικά χρόνια

Ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε  στην Ηλιούπολη, βορειοανατολικά του Καϊρου της Αιγύπτου στις 8 Ιανουαρίου 1926 από Έλληνες γονείς.

Ο πατέρας του, Ηπειρώτικης καταγωγής, Ελευθέριος (Τέρης) Χρήστου ήταν έμπορος και βιομήχανος, ιδιοκτήτης του εργοστασίου σοκολατοποιίας «Ρουαγιάλ». Η μητέρα του Λιλίκα (Καλλιόπη), το γένος Ταβερνάρη  που καταγόταν από την Κύπρο, νεαρή όμορφη, φιλόδοξη και φιλότεχνη, ήταν λογοτέχνης και ποιήτρια η οποία έχαιρε της ιδιαίτερης εκτίμησης πολλών προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων και του Νίκου Καζαντζάκη. Η μητέρα του Χρήστου ήταν γνωστή ως ποιήτρια αλλά και ως οπαδός του πνευματισμού. Ίσως σ΄ εκείνη να οφείλεται επίσης η απαρχή της συνεχούς έλξης του από τον μυστικισμό. Βοηθούσε αδιάλειπτα τον γιο της στην πραγματοποίηση των καλλιτεχνικών του σχεδίων ενώ ο πατέρας του προτιμούσε και προσπαθούσε να τον δει να ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Αυτός, περισσότερο προσανατολισμένος στην πρακτική θεώρηση της ζωής, δεν έβλεπε με καλό μάτι την εξέλιξη των δυο γιών του (ψυχίατρος ο πρώτος, με μουσικές σπουδές ο δεύτερος) θέλοντας να τον διαδεχτούν στο επάγγελμά του. Παράλληλα όπως αναφέρεται στο σημαντικότερο βιβλίο-μονογραφία που έχει κυκλοφορήσει για τον συνθέτη, ιδιαίτερα σπάνιο σήμερα «Γιάννης Χρήστου. Έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας» της Γαλλίδας μουσικολόγου Anna-Martine Lucciano (εκδ. Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα 1987): «Το παιδί μεγάλωσε στους κόλπους της Ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας που την αποτελούσαν, κατά ένα μεγάλο μέρος, βιομήχανοι, αντιπρόσωποι διαφόρων διπλωματικών σωμάτων και καλλιτέχνες. Ο τρόπος ζωής της ήταν αριστοκρατικός και πολυτελής και βρισκόταν σε συνεχή επαφή με ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως την Αγγλία και τη Γαλλία: αυτές ήταν οι εμπνεύστριές της και εκείνων τις αξίες υιοθετούσε. Με λίγα λόγια ήταν ένας από τους κύριους πόλους έλξης της αιγυπτιακής ιντελλιγκέντσιας. Από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι ο Χρήστου μεγάλωσε σε μια χώρα που υπήρξε λίκνο ενός αρχαίου πολιτισμού προβληματισμένου ουσιαστικά, στον θρησκευτικό τομέα, από το φαινόμενο της μεταθανάτιας ζωής, ενδέχεται να επηρέασε, ως ένα ορισμένο σημείο, τον πνευματικό κόσμο του νέου δημιουργού και να συνέβαλε στο μελλοντικό του προσανατολισμό προς τη μεταφυσική, καθώς και στην έλξη που ασκούσε γι΄ αυτόν το πρόβλημα του “μετά θάνατον”.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χρήστου για το έργο του εκείνο που είχε την πιο άμεση σχέση με τον θάνατο, στράφηκε προς τον κάτω κόσμο του “Μυστήριου”, ενός έργου πάνω σε κείμενα γραμμένα στην αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα.

Σχετικά με τις πρώτες μουσικές σπουδές του συνθέτη, ο Χρήστου πρέπει να πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών από ένα καθηγητή Ρώσο εμιγκρέ και ύστερα από μια Ιταλίδα…».

Ο συνθέτης σε μια συνέντευξή του στo «Le journal del’ Egypte» στις 3 Φεβρουαρίου 1956 που αντιπροσωπεύει ένα ντοκουμέντο-κλειδί σχετικά με τη νεότητά του, τη μουσική του παιδεία και τα πρώτα του έργα (και τούτο επειδή είναι η μόνη γραπτή μαρτυρία της εποχής εκείνης που διαθέτουμε σήμερα) αναφέρει τα ακόλουθα περιστατικά:

Όταν δεν ήμουν καλά-καλά πέντε χρονών, αισθάνθηκα την εκπληκτική έλξη που ασκούσε πάνω μου η μουσική∙ κι από την ηλικία αυτή βάλθηκα να μελετώ πιάνο. Ήμουν ήδη αποφασισμένος ν΄ αφιερωθώ στη μουσική, να γίνω συνθέτης. Η μύησή μου στη γενική θεωρία της μουσικής άρχισε με τη διάσημη πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, ανάμεσα στα 13 και στα 14 χρόνια μου.

Η μουσική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπίτι της βοήθησε στην εξέλιξη της μουσικής μου μόρφωσης. Θα προσθέσω ωστόσο πως μέχρι τα 17 μου χρόνια ήμουν ένας αυτοδίδακτος με την έννοια ότι την πραγματική δουλειά την έκανα έξω από τον καθηγητή μου. Εξηγούμαι: εκτελούσα (μουσικά) κείμενα προσπαθώντας να καταλάβω τη γραφή και τα μυστικά της. Αυτό μου ήταν απαραίτητο για να μπει η μουσική εντελώς μέσα μου και, στην αρχή, για να την ερμηνεύσω καλύτερα. Στο σημείο αυτό μου χρησίμευε ως οδηγός το μουσικό μου ένστικτο».

Ο σημαντικός μουσικολόγος Γ.Γ. Παπαϊωάννου, όπως είδαμε παραπάνω, υποστήριξε ότι η μητέρα του Γιάννη Χρήστου, Λιλίκα τον στήριζε διαρκώς για να υλοποιήσει τα καλλιτεχνικά του όνειρα. Το γεγονός μάλιστα ότι η μητέρα του ήταν πνευματίστρια είναι πολύ πιθανόν να επηρέασε τον Γιάννη Χρήστου στην καλλιέργεια των αργότερα καλλιτεχνικών, φιλοσοφικών και μεταφυσικών ανησυχιών του. Όμως ο διακεκριμένος μουσικολόγος και μουσικοκριτικός Γιώργος Λεωτσάκος έθεσε στο επικριτικό στόχαστρό του την μητέρα του Γιάννη Χρήστου υπογραμμίζοντας σε άρθρο του με τίτλο «Γιάννης Χρήστου: Προφήτης της χρεοκοπίας του ανθρώπου» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 22 Δεκεμβρίου 1999, ότι η προσωπικότητά της ήταν «προβληματικότατη», τραυματίζοντας σε βάθος τον ψυχισμό και των δύο παιδιών της, του Εύη και του Γιάννη.

Ο Γιώργος Λεωτσάκος εξάλλου μας δίνει πρόσθετες πληροφορίες για τη γέννηση και τα πρώτα χρόνια του Γιάννη Χρήστου που ήταν αποτέλεσμα της συνομιλίας του με τη Λιλίκα Ταβερνάρη-Χρήστου στις 23 Ιανουαρίου 1975 (τρεισήμισι χρόνια πριν τον θάνατό της και πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη)  στο σπίτι του συνθέτη (λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας 60, α΄ όροφος, Αθήνα) και οι οποίες καταγράφηκαν στο κριτικό του άρθρο για τον δίσκο «Γιάννης Χρήστου Τελευταία έργα» στο Δελτίο Κριτικής Δισκογραφίας 14-17 (Ιούνιος 1975) όπου επιχειρεί και μια αρνητική ματιά στα γραφόμενα του Γ.Γ. Παπαϊωάννου στο 12σέλιδο ένθετο του εν λόγω δίσκου: «Πράγματι ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε γύρω στις 23.50 της Παρασκευής 8 Ιανουαρίου 1926, στο σπίτι όπου κατοικούσαν τότε οι γονείς του, στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Ο μαιευτήρας που έκαμε τον τοκετό λεγόταν Συννεφιάς. Το παιδί, ξανθό ως τα 5 του χρόνια, είχε βάρος 4 χιλιόγραμμα και κάτι. Επειδή το παιδί ήρθε στον κόσμο τις τελευταίες στιγμές του 24ώρου της 8 Ιανουαρίου, η μητέρα θεώρησε έκτοτε σαν ημερομηνία γέννησης την 9 Ιανουαρίου. Και είναι πολύ πιθανό αυτήν να πίστευε και ο ίδιος ο συνθέτης σαν πραγματική ημέρα των γενεθλίων του. Ωστόσο θα είναι πολύ ενδιαφέρον να εξακριβωθεί ποια ημερομηνία αναφέρεται σε ληξιαρχικής φύσης έγγραφα που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν διαθέσιμα. Κατά την κ. Λιλίκα Ταβερνάρη-Χρήστου, η γέννηση θα πρέπει να δηλώθηκε ληξιαρχικά στην Ηλιούπολη. Δεν διευκρινίστηκε όμως πού».

Αρχείο Γιάννη Χρήστου

Ο Γιάννης Χρήστου αρχικά και πριν τις μουσικές του σπουδές φοίτησε στο αγγλικό δημοτικό σχολείο της Αλεξάνδρειας (1930-38) και στη συνέχεια στο αριστοκρατικό Κολλέγιο Βικτώρια (1938-41).

Ο μικρός Γιάννης έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια σε ένα ιδιαίτερα άνετο οικονομικό περιβάλλον λόγω των γονιών του, στην πλούσια παροικία της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας έχοντας τη φροντίδα της αγγλίδας γκουβερνάντας του, την οποία μετά από αρκετά χρόνια έκανε γκουβερνάντα και των δικών του παιδιών στο σπίτι του στην Αθήνα, όπως αναφέρει στο πολύ ενδιαφέρον του βιβλίο «Για τον Γιάννη Χρήστου» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2024) ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, σύζυγος της κόρης του συνθέτη, Σάντρας. Το περιβάλλον που μεγάλωσε περιελάμβανε τραπεζίτες, εμπόρους και καλλιτέχνες, ενώ κυρίαρχες ήταν οι επιρροές από τη Δυτική Ευρώπη και κυρίως τη Γαλλία και την Αγγλία. Το κλίμα αυτό όμως είχε και την άλλη όψη του νομίσματος αφού η Αλεξάνδρεια της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα ήταν ένα μωσαϊκό Ανατολής με όλα τα χρώματα, τα αρώματα, τις γεύσεις, την καθημερινότητα, την ιστορία, τους μύθους, τα σύμβολα, τις μεταφυσικές κατευθύνσεις, τα «μετά θάνατον»  και όλα γενικά τα χαρακτηριστικά της Ανατολής. Στη συνάντηση αυτή Δύσης και Ανατολής μεγαλώνει ο Γιάννης Χρήστου, ένα παιδί όπου διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του ζωηρός, εκρηκτικός, χαρούμενος, γήινος αλλά ταυτόχρονα και σκεφτικός, ευαίσθητος, μελαγχολικός, υπερβατικός. Οι γονείς του Γιάννη Χρήστου, Ελευθέριος και Λιλίκα χώρισαν το 1939 και τα δυο παιδιά Εύης και Γιάννης παρέμειναν με τον πατέρα τους, κάτι που δεν συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Η μητέρα του Χρήστου έκανε τον δεύτερο γάμο της με έναν μορφωμένο, φιλότεχνο Αιγύπτιο διπλωμάτη, που ζωγράφιζε ερασιτεχνικά και συνδεόταν με φιλικές σχέσεις με πολλούς κυβιστές ζωγράφους, μεταξύ των οποίων με τον Andre Lohte. Λόγω της καλλιτεχνικής φύσης της μητέρας του, σε αυτή ο Χρήστου είχε έναν συνεχή συμπαραστάτη στα σχέδιά του, ενώ η προστριβή και φορτισμένη αλληλογραφία που είχε με τον «προσγειωμένο» και αυστηρό πατέρα του Ελευθέριο όταν ο Χρήστου σπούδαζε από το 1944 (στα 18 του) Οικονομικά στο Λονδίνο, ήταν αυτή που οδήγησε τον συνθέτη να μην ασχοληθεί συστηματικά με τα οικονομικά. Πλέον οι μουσικές και φιλοσοφικές σπουδές και το ενδιαφέρον για τη μουσική ήταν μονόδρομος για τον Γιάννη Χρήστου.

Ο Γιάννης Χρήστου με τον αδελφό του Εύη έναν χρόνο πριν τον θάνατο του δεύτερου

Θεμελιώδης υπήρξε η σχέση του Γιάννη Χρήστου με τον κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο αδερφό του Εύη. Από τα παιδικά τους χρόνια ήλθαν πολύ κοντά. Μεγαλώνοντας, ο Εύης που ήταν μαθητής του Carl Jung, ενθάρρυνε με θέρμη την ενασχόληση και τις μελέτες του Γιάννη Χρήστου στην ψυχολογία. Ο θάνατος του Εύη το 1956 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα αποτέλεσε βαθύτατο πλήγμα για τον Γιάννη, ο οποίος άργησε να συνέλθει από αυτή την απώλεια. Ο Γιάννης Χρήστου επιμελήθηκε και επεξεργάστηκε για τη μεταθανάτια έκδοσή τους τα χειρόγραφα του βιβλίου του Εύη «The Logos of the Soul» (Ο Λόγος της Ψυχής).

«Η Μουσική του Φοίνικα»: Το πρώτο επίσημο έργο του

Σε ηλικία 22 ετών, το 1948-49 ο Γιάννης Χρήστου γράφει το πρώτο έργο του που ανήκει στην παραδεκτή από τον ίδιο εργογραφία του. Είναι το πρώτο επίσημο έργο του, το δικό του “opus 1” σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του συνθέτη. Πρόκειται για τη «Μουσική του Φοίνικα» (Phoenix) για ορχήστρα σε πέντε μέρη που παίζονται χωρίς διακοπή. ( I. Calmo e profondo-γαλήνιο και βαθύ- II. Allegro ben ritmato- γρήγορο και ρυθμικό III. In a manner of a break – σαν εμβατήριο IV. Obstinate and full of anguish –με επιμονή και αγωνία, η μουσική φτάνει σ΄ ένα ξέσπασμα σχεδόν υστερικού πάθους V.Tempo primo – σαν επίλογος).

Eίχαν προηγηθεί πρωτόλειες παιδικές συνθέσεις του Χρήστου με πρώτη τη «Φαντασία για πιάνο» με πιθανό έτος γραφής το 1943 που διακρίθηκε στον διαγωνισμό σύνθεσης «Betsy Stross» και εκτελέστηκε από τον κορυφαίο μελετητή της αρχαίας αιγυπτιακής μουσικής δρα Hans Hickman στο Oriental Hall του Καϊρου στις 26 Ιανουαρίου 1944. Μαζί με αυτό η Lucciano στο βιβλίο της αναφέρει τα νεανικά, σήμερα χαμένα έργα του Χρήστου και άλλα, μεταξύ των οποίων τη «Σονάτα για δύο πιάνα» μέρος πρώτο που εκτελέστηκε από τον συνθέτη και την πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ στον κινηματογράφο «Ρουαγιάλ» της Αλεξάνδρειας που σύμφωνα με μαρτυρίες είχε ο πατέρας του Ελευθέριος Χρήστου, την Κυριακή 4 Ιουνίου 1944 και το «Πρελούντιο και Φούγκα σε ρε ελάσσονα, για δύο πιάνα» που αναγράφεται στο χειρόγραφο η χρονολογία 13 Οκτωβρίου 1944 και ίσως αναφερόταν στην απελευθέρωση της Αθήνας από τη Γερμανική Κατοχή στις 12-10-1944. Όπως αναφέρεται στο ένθετο του cd «Γιάννης Χρήστου Ορχήστρα των Χρωμάτων» (εκδ. Ankh, Αθήνα 2000) όπου περιλαμβάνεται το συγκεκριμένο έργο ερμηνευμένο από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Μίλτου Λογιάδη διάρκειας 13.41 λεπτών: «Η πραγματική πρώτη του σύνθεση, έργο 1, είναι η Μουσική του Φοίνικα, εντελώς ώριμη και με σαφέστατα ήδη διατυπωμένα τα κύρια γνωρίσματα του ύφους του. Πρόκειται άλλωστε για ένα έργο που γνώρισε σημαντική επιτυχία, παίχτηκε συχνότατα στο εξωτερικό και στην Ελλάδα … Γραμμένο σε δωδεκάφθογγο σύστημα, επεξεργάζεται ένα σύντομο ηχοχρωματικό θεματικό μοτίβο, που ακούγεται σε συνεχείς μετασχηματισμούς του εαυτού του (ανανεώνεται όπως ο μυθικός φοίνιξ). Παράλληλα όμως και η συνολική μορφή του έργου ακολουθεί αυτό το οποίο θα αποτελέσει αργότερα ο συνθέτης “διάγραμμα φοίνικα”, δηλαδή “αρχή-εξέλιξη προς το δράμα (κορύφωμα)-επάνοδος στο τέλος-αρχή”. Πρόκειται, επομένως για μια εντελώς συμμετρική μορφή, όπου το τέλος επαναφέρει ακριβώς την αρχή, συμβολίζοντας την αναγέννηση του φοίνικα, ενώ το μεσαίο κορύφωμα φθάνει συνήθως ύστερα από ένα τεράστιο ανέβασμα διαρκείας, ως την υστερία, η δε πτώση μετά το δραματικό αυτό κορύφωμα είναι αρκετά απότομη.

Η Μουσική του Φοίνικα παίχθηκε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση στις 5 Μαρτίου 1950 από τη New London Orchestra με διευθυντή τον Άλεκ Σέρμαν στη Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν. Επαναλήφθηκε από τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, ενώ την ίδια χρονιά παίχτηκε στον Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας, από τον αρχιμουσικό Βίλλυ Φερρέρο, ο οποίος παρουσίασε το έργο και στη Μόσχα».

Το έργο εκδόθηκε σε παρτιτούρα από τον ιταλικό οίκο Ricordi, εγγράφτηκε σε ιδιωτικό δίσκο και είχε ευμενέστατες κριτικές. Στην ελληνική δισκογραφία η «Μουσική του Φοίνικα» παρουσιάζεται και στο πρώτο cd από τα τέσσερα που κυκλοφόρησαν το 2001 στη δισκογραφική εταιρεία Σείριος, την πιο πλήρη σειρά ηχογραφήσεων έργων του Χρήστου. Το έργο διάρκειας 11.20 λεπτών ερμηνεύει η Ορχήστρα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Franz Litschauer στην αίθουσα του θεάτρου Κεντρικόν στις 3 Απριλίου 1962. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 1956 το έργο παίχτηκε στην Αθήνα από την Κ.Ο.Α. υπό τον Ανδρέα Παρίδη. Το 1956 ο Γιάννης Χρήστου ήταν 30 ετών. Ο Μίνως Δούνιας στις 16 Φεβρουαρίου 1956 στην Καθημερινή έγραφε το ακόλουθο σημείωμα που συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του «Μουσικοκριτικά» (εκδ. Το Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα 1963): «Υπό τον ελαφρώς αινιγματικό τίτλο «Η μουσική του Φοίνικος» – πρόκειται για το αναγεννώμενο πουλί – ο Γιάννης Χρήστου μας παρουσίασε ένα συμφωνικό ποίημα πλούσιο σε χρώμα και νοήματα. Ο νέος συνθέτης προβάλλει από την αφάνεια αθόρυβης εργασίας, πάνοπλος, έτοιμος να αναμετρηθή με τις απαιτήσεις του συμφωνικού ύφους. Αναπτύσσει την σύνθεσή του με λογική συνέπεια. Παρ΄ ότι επί ένα διάστημα φαίνεται να χάνη το νόημα των ιδεών, εν συνεχεία οδηγεί τη σκέψη του χωρίς χαλάρωση της συνοχής προς ένα μεγαλειώδες κορύφωμα, για να κατασταλάξη σ΄ ένα ήρεμο τελικό συμπέρασμα.

Ο συνθέτης χρησιμοποιεί τολμηρή ατονικότητα, την οποία όμως αφιερώνει στην υπηρεσία συνειδητής σκέψεως, μακριά από αδέξιους πειραματισμούς. Τοποθετεί το όλον οικοδόμημά του στα πλαίσια μιας διάφανης ενορχηστρώσεως, δίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην προβολή σολιστικών επεισοδίων. Το ανάλαφρο συμφωνικό πλέγμα του έργου, αλλά και η παραστατικώτατη τοποθέτησίς του από τον μαέστρο Παρίδη και την ορχήστρα εβοήθησαν το κοινόν στην κατανόηση και εκτίμηση της περίπλοκης τεχνοτροπίας του συνθέτου».

Στις 28 Οκτωβρίου 1960 ο Μίνως Δούνιας εκ νέου στην εφημερίδα «Καθημερινή» ασχολείται με τη «Μουσική του Φοίνικα»:

«Η “Μουσική του Φοίνικος” του Γιάννη Χρήστου στηρίζεται σ΄ ένα θέμα με παραλλαγές, μια μορφή που συμβολίζει, όπως ο θρύλος του μυθολογικού πτηνού, την αναγέννηση και ανάπλαση μιας ζωτικής ιδέας. Δυστυχώς το δωδεκάφθογγο σύστημα, έστω στην ελεύθερη αυτή εφαρμογή από τον συνθέτη, δεν προσφέρεται στην επεξεργασία της εν λόγω κλασσικής μορφής. Δεν αμφιβάλλω ότι οπτικώς η παρτιτούρα του Χρήστου είναι πράγματι μια σειρά παραλλαγών πάνω σ΄ ένα αρχικό θέμα, με τη διαφορά ότι ακουστικώς η σοφή κατασκευή δεν γίνεται αντιληπτή ως μεταμόρφωσις μιας κεντρικής ιδέας, αλλά ως παράθεσις εννοιών. Εν τούτοις, αυτή η ακουστική πλευρά του έργου, αδιάφορο ποια μορφή αντιπροσωπεύει, παρουσιάζει συνοχή, στερεά εξέλιξη προς ένα μεγαλειώδες κορύφωμα, και επιστροφή σε μια οργανική κατάληξη».

Ακολούθησαν πολλά συγκλονιστικά έργα του Γιάννη Χρήστου που καθόρισαν τη σπάνια συνθετική προσωπικότητά του και τη θέση του στο πάνθεον των δημιουργών της σύγχρονης μουσικής: «Πρώτη Συμφωνία» (1949-50), «Λατινική Λειτουργία» (1951), «Έξι τραγούδια σε ποίηση Τ.Σ. Έλιοτ» (1955 και 1957), «Δεύτερη Συμφωνία» (1957-58), «Μετατροπές» (1960), «Τοκκάτα για πιάνο και ορχήστρα» (1962), «Προμηθεύς Δεσμώτης» (1963), «Πύρινες γλώσσες» (1964), «Αγαμέμνων» (1964), «Πέρσαι» (1965), «Μυστήριον» (1965-66), «Πράξη για δώδεκα» (1966), «Βάτραχοι» (1966), «Η Κυρία με τη Στρυχνίνη» (1967), «Οιδίπους Τύραννος»-μουσική για κινηματογραφική ταινία (1967-68), «Αναπαράστασις Ι» (1968), «Αναπαράστασις ΙΙΙ ή Ο πιανίστας» (1968), «»Επίκυκλος» (1968), «Εναντιοδρομία» (1965-68), «Οιδίπους Τύραννος»-ηλεκτρονική σκηνική μουσική (1969) και πολλά χαμένα έργα.

Τα τελευταία έργα του

Στον σπουδαίο και σπάνιο δίσκο βινυλίου που κυκλοφόρησε με τίτλο «Γιάννης Χρήστου 1.Τελευταία Έργα» (Columbia, Αθήνα 1974), τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη, σε παραγωγή του Ελληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Μουσικής (ΕΣΣΥΜ) του οποίου επίλεκτο και δραστήριο μέλος ήταν ο συνθέτης, με χρηματοδότηση από το αμερικανικό Ίδρυμα Φορντ και με το εξώφυλλο που επιμελήθηκε ο εκλεκτός γραφίστας Δημήτρης Αρβανίτης, συμπεριλαμβάνονται τα έργα του «Πράξη Για 12» (κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης, Συγκρότημα Σύγχρονης Mουσικής, πιάνο-κρουστά: Νέλλη Σεμιτέκολο), «Αναπαράσταση 1 (Αστρωνκατοιδανυκτερωνομηγυριν)» (βαρύτονος, Σπύρος Σακκάς, Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Θόδωρου Αντωνίου), «Αναπαράσταση 3 (Ο Πιανίστας)» (Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Θόδωρου Αντωνίου, ηθοποιός: Γρηγόρης Σεμιτέκολο) και «Επίκυκλος 2» (μαγνητοταινία προετοιμασμένη από τον ίδιο τον συνθέτη).

Ο δίσκος κυκλοφόρησε με την ευκαιρία της εκτέλεσης των έργων αυτών στις 28 Σεπτεμβρίου 1970 στο πλαίσιο της «Εβδομάδας Νέας Μουσικής» που οργάνωσε στην αίθουσα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης το Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής του Θόδωρου Αντωνίου. Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικής οργάνωσε την ηχοληψία στα Στούντιο Sifilms (Σ. Σιγανός) με τους ίδιους εκτελεστές των τριών από τα τέσσερα έργα («Πράξη 12», «Αναπαράσταση Ι», «Αναπαράσταση ΙΙΙ»-το τέταρτο ο «Επίκυκλος» ήταν μια ταινία που την είχε ετοιμάσει για δίσκο ο ίδιος ο συνθέτης). Σχηματίστηκε έτσι το υλικό για τον πρώτο δίσκο της σειράς που προγραμματίστηκε και μάλιστα με έργα της τελευταίας τεχνοτροπίας του Χρήστου. Η απόφαση αυτή ενισχύθηκε από το τραγικό γεγονός του θανάτου του Χρήστου. Η σειρά αυτή θα έπρεπε να έχει ένα μνημειακό χαρακτήρα, να αποτελεί και μια απότιση φόρου τιμής στη μνήμη του. Όλα αυτά τα έργα χαρακτηρίζονταν από μια τελετουργία, μια ιεροτελεστία, μια μυσταγωγία. Ανάλογο τελετουργικό χαρακτήρα έπρεπε να πάρουν όλα τα στοιχεία της εκτέλεσης: απόλυτη σοβαρότητα, σεβασμός ενός πολύ συγκεκριμένου τυπικού, έξαρση, ένταση, έκσταση, καθώς και μια στάση γεμάτη βάθος και ενδοσκόπηση, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την προσέγγιση σε ένα τέτοιο έργο.

«Ορέστεια»: Το τελευταίο αλλά ανολοκλήρωτο έργο του

Το τελευταίο έργο με το οποίο ασχολιόταν ο Γιάννης Χρήστου πριν τον θάνατό του ήταν η «Ορέστεια». Σύμφωνα με τα γραφόμενα του Γ.Γ. Παπαϊωάννου στο ένθετο του δίσκου «1.Τελευταία Έργα»: «”Ορέστεια”. Μια σύγχρονη “υπερ-όπερα”, βασισμένη στην τριλογία του Αισχύλου, θα συνώψιζε όλη του την εμπειρία των τελευταίων έργων του, και θ΄ αναχώνευε μέσα της πολλά απ΄ αυτά, ιδιαίτερα μια σειρά “Αναπαραστάσεων”. Τόσο τον κατέκτησε η ιδέα αυτή, ώστε τα 2-3 τελευταία χρόνια της ζωής του διέκοψε σχεδόν κάθε άλλη εργασία του για ν΄ αφιερωθή ολοκληρωτικά στην Ορέστεια. Κι η Ορέστεια πλησίαζε να τελειώσει: είχαν αρχίσει οι δοκιμές διάφορων ομάδων (χορωδία, μπαλέττο, κοστούμια κλπ), η πρώτη εκτέλεση είχε ορισθεί στο Λονδίνο τον Απρίλη του 1970 (3 ½  μήνες μετά τον θάνατο του συνθέτη) και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το έργο θα είχε τελειώσει έγκαιρα. Μετά από το Λονδίνο είχαν συμφωνηθεί πάνω από 10 εκτελέσεις από Νέα Υόρκη σε Τόκυο δια μέσου των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών. Αλλά η Ορέστεια έμεινε ατέλειωτη, σε μια μορφή που σχεδόν τίποτα απ΄ το τεράστιο έργο δεν είναι εκτελέσιμο».

Ο Γιώργος Λεωτσάκος στο κείμενό του στο «Δελτίο Κριτικής Δισκογραφίας, 14-17» μας μεταφέρει στην επαφή του με τον συνθέτη με αφορμή την «Ορέστεια»: «Η πρώτη φορά που θυμούμαι να μου μίλησε ο Γιάννης Χρήστου για την “Ορέστεια” συνδέεται με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Το βράδυ της 20ής προς την 21η , από τις 10 ή 10.30 περίπου ως τις 2.30 μετά τα μεσάνυχτα, μαζί με τη γυναίκα του Θηρεσία, βρισκόταν στο σπίτι μου της οδού Σουηδίας 64. Στο διάστημα αυτό, μεταξύ άλλων, ακούσαμε και Θιβετιανή μουσική, από τη σειρά δίσκων της Ουνέσκο (Baerenreiter-Musicaphon) – την α΄ όψη του πρώτου από τους τρεις δίσκους αφιερωμένους στο Θιβέτ, αν θυμούμαι καλά. Δεν μπορώ να πω με ακρίβεια αν την ίδια περίπου εποχή ήταν που μου δάνεισε, από τη βιβλιοθήκη του, μιαν αγγλική έκδοση της θιβετιανής «Βίβλου των Νεκρών». Οπωσδήποτε τον είδα νομίζω μετά την Κυριακή (Παρασκευή έγινε το πραξικόπημα). Και μου εκμυστηρεύτηκε ότι την 21η, αφού προφανώς εκτίμησε την κατάσταση με την οξυδέρκεια που τον χαρακτήριζε … επωφελήθηκε από την απαγόρευση της κυκλοφορίας των τροχοφόρων, άνοιξε τα παράθυρά  του και δούλεψε 14 ώρες συνέχεια στην “Ορέστεiα”. Πλάσμα εκλεκτά υπαρξιακό, απ΄ ό,τι είχα εντονότατα διαισθανθεί, έβλεπε τα ανθρώπινα και την Ιστορία από τη σκοπιά μιας υποστασιακής οδύνης  απ΄ εκείνες όπου μέτρο  (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) του χρόνου είναι η αιωνιότητα. Παράλληλα η καταφυγή στη δημιουργία μπορούσε να είναι και μια απελπισμένη άμυνα ενός υπερευαίσθητου “εγώ” σε κάτι που κινδύνευε να αποδιοργανώσει τη λειτουργία του».

Η «Ορέστεια» στηρίζεται σε μια ελεύθερη προσαρμογή της Τριλογίας του Αισχύλου από τον συνθέτη για σολίστ, ηθοποιούς, εκτελεστές οργάνων, μικρή χορωδία, ορχήστρα, μαγνητοταινίες και οπτικά εφέ. Όπως μας πληροφορεί το βιβλίο της Anne-Martine Lucciano για το έργο χρειάστηκαν:

Α. 6 σολίστ όπου η έκταση (τεσσιτούρα) των φωνών δεν καθορίζεται: Κλυταιμνήστρα, Κασσάνδρα, Ορέστης, Αργείτης φρουρός, Πρώτος ιερέας (κορυφαίος ημιχόριου Ι), Δεύτερος ιερέας (κορυφαίος ημιχόριου ΙΙ)

Β. Χορωδία: 12 άνδρες και 12 γυναίκες

Γ. Εκτελεστές οργάνων: 12 σολίστ (ηθοποιοί – εκτελεστές)

Δ. Αρχιμουσικοί, τεχνικοί κ.τ.λ.: 1 κύριος αρχιμουσικός, 1 βοηθός αρχιμουσικού, 2 τεχνικοί ήχου, 1 υπεύθυνος φωτιστικών εφέ, 1 υπεύθυνος για τα κοστούμια, 1 βοηθός του συνθέτη, ο συνθέτης (συνολικά: 50 πρόσωπα).

Συνοδευτικές χρήσιμες πληροφορίες δίνονται στο βιβλίο: «Συμβατική ορχήστρα ή “τάφρος” ορχήστρας δεν υπάρχουν. Χάρη σε μεγάφωνα οι ήχοι κυκλοφορούν ξεκινώντας από διάφορα σημεία. Ο τεχνικός του ήχου συντονίζει τις μαγνητοταινίες με τη σκηνική δράση. Απελευθερωμένοι από τη συμβατική ορχήστρα, οι ηθοποιοί-τραγουδιστές, βρίσκονται σε άμεση επαφή με το κοινό. Περιστασιακά, οι εκτελεστές οργάνων εγκαταλείπουν τη χορωδία για να παίξουν σαν να έπαιρναν μέρος σε μια τελετουργία».

Ο Γιάννης Χρήστου από το 1969 ετοίμαζε την «Ορέστεια» που θα παιζόταν στο Τόκυο. Όμως τα σχέδια δεν πραγματοποιήθηκαν και η «Ορέστεια» έμεινε ως ασύνδετο ηχητικό υλικό, δίχως κανένα κώδικα έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα ακόμα και στους μελετητές του Χρήστου να βάλουν κάποια σειρά και να δώσουν μια ερμηνεία στους στόχους και τον προσανατολισμό που είχε ο Γιάννης Χρήστου σε αυτή τη φιλόδοξη σύνθεσή του. Μάλιστα όπως γράφει η Lucciano στο αρχείο του συνθέτη υπάρχουν δυο ολόκληρα ντουλάπια με μαγνητοταινίες με προσωπικές ηχογραφήσεις που δεν προορίζονται για τη δημοσιότητα και που αντιστοιχούν στα διάφορα στάδια επεξεργασίας του κάθε έργου: βασικό ηχητικό υλικό / πρώτα μοντάζ και ενδιάμεσες ηχητικές μίξεις / τελική μίξη. Ανάμεσα στις προσωπικές αυτές ηχογραφήσεις που αναφέρονται στα έργα του συνθέτη «Πέρσαι», «Βάτραχοι», «Οιδίπους Τύραννος», «Εναντιοδρομία», «Η Κυρία με τη Στρυχνίνη», «Επίκυκλος» υπάρχει και το ασύνδετο ηχητικό υλικό της «Ορέστειας».

Στους Δελφούς. Αρχείο Γιάννη Χρήστου

Κατά την περίοδο 1968-70, τα τελευταία δυο χρόνια της ζωής του που είναι γνωστή ως η Στ΄ Περίοδος της εργογραφίας του, ο συνθέτης παρέδωσε μόνο δύο πλήρη έργα, την «Εναντιοδρομία» (1968), που ήταν σαφώς επηρεασμένη από την Ηρακλείτεια φιλοσοφία για τις αντιθέσεις και τον «Οιδίποδα Τύραννο» που ο συνθέτης έγραψε το 1969 για τη θεατρική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και που ασχολήθηκε εντατικά λόγω της φιλίας του με τον Κάρολο Κουν. Μάλιστα αυτή η σκηνική μουσική αποτέλεσε ένα διάλειμμα, μια διακοπή στη μουσική εργασία του Χρήστου πάνω στην «Ορέστεια». Αν ο Χρήστου είχε κατορθώσει να ολοκληρώσει την «Ορέστειά» του και δεν τον είχε προλάβει ο ξαφνικός θάνατός του, αυτή τη στιγμή θα μιλούσαμε για ένα έργο κολοσσιαίων διαστάσεων, το οποίο θα συμπύκνωνε όλη την έως τότε πλούσια και πληθωρική εμπειρία του ανακεφαλαιώνοντας και εφαρμόζοντας με συνοπτικό τρόπο το σύνολο των ιδεών του φιλοσοφικού και μουσικού του συστήματος και των πάντα ευρηματικών συλλήψεών του.

Κλείνοντας την αναφορά μας στο τελευταίο και ανολοκλήρωτο έργο του Γιάννη Χρήστου «Η Ορέστεια», αντιγράφουμε το μήνυμα του Χρήστου μέσω ενός οραματισμού τόσο απαισιόδοξου και σχεδόν προφητικού που ο συνθέτης εκφράζει στην τελευταία του συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Τέχνης «Δημιουργίες» (τεύχος αρ. 1, Ιανουάριος 1970) και όπου γίνεται λόγος για τον «πανικό από τη μη εύρεση λύσης στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η πτώση της Τροίας είναι ένα γεγονός που, όμως, είτε δεν το αντιλαμβάνεται ο Ορέστης, είτε το αντιπαρέρχεται, γιατί η πτώση της Τροίας δεν οδηγεί σε καμιά λύση όπως τίποτα δεν οδηγεί σε μια συγκεκριμένη και οριστική λύση του ανθρώπινου δράματος που το εκφράζει ο Ορέστης. Και οι Ερινύες όχι μόνο δεν μεταβάλλονται σε Ευμενίδες, όπως συμβαίνει στον Αισχύλο, που βρίσκει έτσι ένα «χάππυ εντ», αλλ΄ αντίθετα πολλαπλασιάζονται – το κακό μεγαλώνει, ο πανικός απλώνεται, η λύση δεν έρχεται».

Είναι πραγματικά τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι αναγνώστες του εκλεκτού περιοδικού «Δημιουργίες» να διαβάζουν αυτά τα λόγια ειπωμένα από τον κορυφαίο δημιουργό καθώς και άλλα πολλά που είπε για τη σύγχρονη μουσική με αφορμή την όπερά του «Ορέστεια» τον Ιανουάριο του 1970 που είχε τυπωθεί και κυκλοφορήσει το συγκεκριμένο τεύχος και ήδη ο δημιουργός αυτός είχε αποδημήσει στις 8 Ιανουαρίου, στις πρώτες μέρες του μήνα αυτού και του έτους. Μια συνέντευξη που απέκτησε τραγική επικαιρότητα.

Η τελευταία ζωντανή παρουσίαση έργου του που ήταν παρών

Είναι πολλές οι περιπτώσεις έργων του Γιάννη Χρήστου που παρουσιάστηκαν χωρίς την παρουσία του συνθέτη αφού αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο Γιώργος Λεωτσάκος στο «Δελτίο Κριτικής Δισκογραφίας, τεύχος 14-17» μας διαφωτίζει σημειώνοντας ότι η τελευταία εκτέλεση έργου του και ίσως η τελευταία μουσική εκδήλωση που παρακολούθησε στη ζωή του ο Γιάννης Χρήστου, ήταν η πρώτη ελληνική εκτέλεση του έργου «Αναπαράσταση ΙΙΙ ή Ο Πιανίστας» στις 28 Νοεμβρίου 1969 στην αίθουσα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης στην Αθήνα με τον Γρηγόρη Σεμιτέκολο στον ρόλο του πιανίστα και τον Θόδωρο Αντωνίου διευθυντή ορχήστρας. Όπως γράφει ο Γιώργος Λεωτσάκος: «Πήγα κατόπι να τον δω στα παρασκήνια. Του είπα μονάχα μια κουβέντα: “Το άγχος του ευνουχισμού, ε;”. Γύρισε, με κοίταξε, ευχάριστα ξαφνιασμένος, έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός, χαμογέλασε κι ύστερα είπε: “Ναι, αυτό είναι”. Αργότερα, εξέφρασε την πλήρη επιδοκιμασία του για τη γραπτή διατύπωση των απόψεών μου αναφορικά με το έργο».

Ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο στον ρόλο του πιανίστα στην «Αναπαράσταση ΙΙΙ». Από έκθεση φωτογραφίας του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ)

Σε άλλο σημείο του άρθρου του ο Γιώργος Λεωτσάκος μας αποκαλύπτει μέρος της τηλεφωνικής του συνομιλίας με τον Γρηγόρη Σεμιτέκολο όπου ο ερμηνευτής του πιανίστα, σε μια προσπάθεια πιστής μετάδοσης της διδασκαλίας του συνθέτη, αναφέρει: «Ο πιανίστας δεν έχει πια επαφή με το όργανό του, δεν μπορεί να επικοινωνήσει μ΄ αυτό. Η αρχική του κίνηση προς το πιάνο, συνεχής, γίνεται απλώς σε δύο φάσεις, σε δύο “ταχύτητες”. Στην πρώτη ο πιανίστας κινείται “σαν πτώμα, σαν απολιθωμένος, σαν σ΄ όνειρο”. Στα μισά της διαδρομής προς το πιάνο, οπότε αρχίζει η β΄ φάση, “σαν ν΄ αντιλαμβάνεται τον προορισμό του”… Ο πιανίστας όταν έχει χάσει πια κάθε ελπίδα επικοινωνίας με το όργανό του, στρέφεται προς το κοινό “επειδή αυτό είναι η μόνη διέξοδος».

Η Lucciano δίνει την περιγραφή του έργου ως εξής: «Το έργο, σ΄ ένα πρώτο αντίκρισμα, μπορεί να περιγραφεί μ΄ έναν τρόπο απλούστατο: ένας πιανίστας βγαίνει στη σκηνή για να εκτελέσει ένα κομμάτι. Δοκιμάζει να παίξει αλλ΄ από το όργανο τον χωρίζει ένας αξεπέραστος φραγμός μη επικοινωνίας. Έτσι η δραματική υπερένταση του σολίστ ηθοποιού και της μουσικής φτάνουν σ΄ ένα κορύφωμα χάρη σ΄ ένα κρεσέντο που εξωθείται στη μέγιστη δυνατή ένταση για να καταλήξει στην Ήττα και στη Διάλυση». Ο Γιώργος Λεωτσάκος υπογραμμίζει ότι σε ένα δεύτερο αντίκρισμα ο Πιανίστας αγγίζει ένα χώρο πολύ πιο ουσιαστικό. Σε δημοσίευμά του με τίτλο «Ποικιλία μουσικών γραφών / Η τελευταία συναυλία του Συγκροτήματος Σύγχρονης Μουσικής του Θ. Αντωνίου. Γιάννη Χρήστου: “Αναπαράσταση ΙΙΙ” ή “Ο Πιανίστας”» στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 3 Δεκεμβρίου 1969 επισημαίνει: «Εδώ, ο ψυχολογικά “εμποδισμένος” (πως να πούμε ελληνικά την τόσο εύστοχη έκφραση inhibited;) πιανίστας, που οι αναστολές του μπροστά στο όργανό του, στραγγαλίζουν όλους τους πόθους του να κάμει μουσική και τον οδηγούν ως τον παροξυσμό εκείνο που θα τον μεταμορφώσει σ΄ ένα πάσχον σφάγιο, δεν είναι παρά ένα σύμβολο ψυχοπαθολογικού ευνουχισμού και της δραματικότερης απόγνωσης που μπορεί να δοκιμάσει ένα έμβιο ον».

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιάννη Χρήστου

Γεγονός που συγκλόνισε ο θάνατος του Γιάννη Χρήστου, εκτός του αιφνίδιου χαρακτήρα του αφού πρόκειται για τον χαμό ενός 44χρονου ανθρώπου, στέρησε τη σύγχρονη μουσική από ένα ανεκτίμητο κεφάλαιό της και από έναν δημιουργό που είχε εξαιρετικές προοπτικές για το μέλλον. Ένα σπινθηροβόλο πνεύμα, ένας σπάνιος στοχαστής με ισχυρό φιλοσοφικό και ψυχολογικό υπόβαθρο, ένας μοναδικός εκπρόσωπος της μουσικής πρωτοπορίας, που στην περίοδο εκείνη, λίγο πριν τον θάνατό του που είχε ρίξει το βάρος στις «Αναπαραστάσεις» του και στην «Ορέστειά» του, είχε ενεργοποιήσει πολύ ιδιαίτερες και πρωτόφαντες περιοχές για την καλλιτεχνική δημιουργία. ‘Ηταν η περίοδος που ο Γιάννης Χρήστου έκανε «μεταμουσική», δηλαδή όχι μόνο καθαρή τέχνη των ήχων αλλά πρόβαλλε, όπως σημειώνει ο Γ.Γ. Παπαϊωάννου: «μια ολοκληρωμένη τελετουργική αντίληψη που διευρύνει τη μουσική ώστε να συμπεριλάβει τη συνεργασία του λόγου (ποίηση), της όρχησης, της σκηνικής δράσης γενικά (ηθοποιία, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία), των οπτικών μέσων (φωτισμοί, προβολές, κινηματογράφος κλπ), μια συντονισμένη συνεργασία των τεχνών – πολύ διαφορετική απ΄ το “βαγκνερικό συνολικό έργο τέχνης” ή από πλήθος άλλων σύγχρονων προσπαθειών, και βασισμένη στις προσωπικές αντιλήψεις του Χρήστου – που οδηγεί σε μια πλατύτερη τέχνη που αγκαλιάζει τον ακροατή-θεατή απ΄ όλες τις πλευρές, και τον δονεί μ΄ ασυνήθιστη ένταση μέσω όλων των αισθήσεών του και της διαίσθησής του». Συμπεριλαμβανομένων της αναπαράστασης, της μετάπραξης, του κύκλου της δημιουργίας, των σχηματισμών (patterns) και πολλών άλλων καινοτομιών και στοιχείων ενός ολόκληρου μουσικο-φιλοσοφικού συστήματος, ο Γιάννης Χρήστου είχε διαμορφώσει έναν θρύλο γύρω από την προσωπικότητά του στις αυγές του 1970. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ιδιαίτερα την περίοδο των τελευταίων χρόνων της ζωής του Γιάννη Χρήστου, «δεν διακρίνεται ίχνος αισιοδοξίας ή φευγαλέας έστω απόδρασης από την τραγικότητα».

Ήρθε όμως ο ξαφνικός θάνατός του. Τη νύχτα της 8ης προς 9η  Ιανουαρίου σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα στη Λεωφόρο Μεσογείων, στην Αθήνα, καθώς γύριζε από τη γιορτή που είχε οργανώσει για τα γενέθλιά του. Άφησε τρία παιδιά ορφανά, τη Σάντρα, την Μαρίνα και τον Εύη,  ενώ δέκα μέρες αργότερα πέθανε και η γυναίκα του, ζωγράφος και παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, που οδηγούσε το αυτοκίνητο προσκρούοντάς το σε μια κολώνα εκείνη τη βραδιά  και τραυματίστηκε σοβαρά και με την οποία είχε παντρευτεί το 1956, τη χρονιά που είχε χάσει τον αδελφό του Εύη. Μαζί με το ζευγάρι Χρήστου στο αυτοκίνητο βρίσκονταν ο συνθέτης, μουσικολόγος, διευθυντής χορωδιών και μουσικοπαιδαγωγός Στέφανος Βασιλειάδης  που τραυματίστηκε αλλά σώθηκε με τη σύζυγό του, η οποία σκοτώθηκε στο δυστύχημα, καθώς και ο ζωγράφος Γρηγόρης Σεμιτέκολο με τη σύζυγό του πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο, που σώθηκαν και είχαν συνεργαστεί μαζί του και οι δυο ως ερμηνευτές έργων του.

Στο ντοκιμαντέρ του Κωστή Ζουλιάτη «Anaparastasis-Η ζωή και το έργο του Γιάννη Χρήστου (1926-1970)» (2013), η Νέλλη Σεμιτέκολο αναφέρεται στη γιορτή των γενεθλίων στη συνοικιακή ταβέρνα «Κανάκης» στην Παιανία όπου είχαν συγκεντρωθεί φίλοι του συνθέτη και η ταβέρνα είχε «κλειστεί» αποκλειστικά για αυτούς. Η είσοδος του Γιάννη Χρήστου στην ταβέρνα, όπως λέει η Νέλλη Σεμιτέκολο, συνοδεύτηκε από το σχόλιό του «Τι είναι αυτό, σαν επιτάφιος» που προκλήθηκε μόλις είδε τον τρόπο που είχαν στήσει τα τραπέζια. Μαζί με τον άνδρα της, Γρηγόρη Σεμιτέκολο ο Γιάννης Χρήστου έκαναν μια διαδρομή γύρω από τα τραπέζια που έμοιαζε με πομπή επιταφίου και ο συνθέτης είπε στον Κανάκη, τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας να κάψουν κάτι στο τζάκι ώστε όλα να δείχνουν ότι πρόκειται για κάποια τελετή. Η συγκεκριμένη φάρσα αποδείχτηκε προφητική αφού μετά το τέλος της γιορτής και κατά την επιστροφή τους με το αυτοκίνητο, ο θάνατος τον περίμενε.

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Ισοβίτης σε ελληνικό κάτεργο» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2022) ο αείμνηστος Γιώργος Λεωτσάκος μας καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τον θάνατο του φίλου του Γιάννη Χρήστου με πόνο ψυχής: «… Το πρωί της 7ης Ιανουαρίου 1970, 15 ώρες πριν από το δυστύχημα, ο Γιάννης μού τηλεφώνησε περιχαρής ότι είχε τελειώσει το ως τότε opus maximum του, την κατά τον Αισχύλο “Ορέστεια”. Και κατέληξε λέγοντας, “Θα σας δούμε, φυσικά, το βράδυ στου “Κανάκη”” (ταβέρνα στο Λιόπεσι), όπου, όπως και το 1969, είχε οργανώσει γλέντι τρικούβερτο για τα γενέθλια και την ονομαστική του εορτή. Παρ΄ όλα ταύτα, επειδή εγώ ήμουν παιδιόθεν φυγόκοσμος, και παλεύοντας ολοζωής με τον ελαττωματικό μεταβολισμό μου (καίω περί τις 400 θερμίδες λιγότερο του φυσιολογικού, με αποτέλεσμα να παχαίνω ευκολότατα) διαπίστωσα ότι λόγω εορτών είχα πάρει δύο κιλά. Έτσι, παρά την επιμονή της … , αποφάσισα να μην πάμε στο τσιμπούσι και να ευχηθούμε λίγο ετεροχρονισμένα στον Γιάννη, το βράδυ της επομένης. Θυμούμαι ότι το βράδυ εκείνο έβρεχε κατακλυσμιαία. Ωστόσο η … , καίτοι κόντευαν μεσάνυχτα, επέμενε να σηκωθούμε, να βρούμε ταξί (το 1970 το ραδιοταξί αποτελούσε science fiction), πράγμα αδιανόητο … τις ηλιόλουστες μέρες. Κατά τις 12.30 αποκοιμηθήκαμε∙ 2.30 μισοξύπνησα από σειρήνες ασθενοφόρων, αλλά αμέσως ξανακοιμήθηκα. Πρωί, βγήκα νωρίς για ένα γύρο των κλασικών δισκοπωλείων, που μου δάνειζαν δίσκους για τη στήλη δισκογραφίας στο Βήμα. Γύρισα στο τότε σπίτι μου, οδός Σουηδίας 64, φορτωμένος δίσκους. Πριν τους ακουμπήσω χτύπησε το τηλέφωνο. Περιέργως ήταν η Ρηνούλα Παπαϊωάννου, σύζυγος του “δασκάλου” μου Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου, η οποία άρχισε με έναν ατελείωτο πρόλογο: “Κύριε Λεωτσάκο, συγγνώμη για την ενόχληση, λυπούμαι πάρα πολύ που θα γίνω άγγελος κακών ειδήσεων …” και αφού με έπρηξε, με ενημέρωσε για το δυστύχημα και τον θάνατο του Γιάννη…

… Για ένα δεκαπενθήμερο περίπου μετά το δυστύχημα τα πράγματα έμεναν μετέωρα: η Σία, που οδηγούσε το αυτοκίνητο, βαριά τραυματισμένη αλλά με ελπίδες επιβιώσεως, είχε μεταφερθεί στο “Λαϊκό Νοσοκομείο” (προφανώς εφημερεύον) και όλοι ευχόμαστε ολόψυχα να κέρδιζε τη μάχη για ζωή∙ αν αυτό είχε συμβεί, πιθανόν σήμερα να σώζονταν στο άρτιο όσα είχε συνθέσει ο Γιάννης. Πέθανε όμως στις 24 (νομίζω) Ιανουαρίου 1970, όχι από τα τραύματά της αλλά από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη! Γ … Ελλάδα! Δεν θυμούμαι πώς, την αντίκρισα για τελευταία φορά στον νεκροθάλαμο του νοσοκομείου. Προσδοκώμενα χλωμή, μελαχρινή, κειτόνταν με μια υπερκόσμια γαλήνη στο πανέμορφο πρόσωπό της. Έμοιαζε με αρχαία Αιγύπτια πριγκιποπούλα, θυγατέρα Φαραώ –κι αυτή η στερνή της εικόνα με σφράγισε τόσο, ώστε ξέχασα τα πάντα από την κηδεία της.

Είχε ήδη αρχίσει μια πολύ μεγάλη φάση ονείρων: επί ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, κάθε βράδυ, έβλεπα στον ύπνο μου ζωντανούς τον Γιάννη ή / και τη Σία. Τα πρωινά ξυπνούσα, όπως συνήθως μετά το «Μεγάλο Αστροπελέκι», με τρόμο, που τώρα όμως αγρίευε περισσότερο η συνειδητοποίηση ότι είχαν φύγει για πάντα … Τα άλλα, ήταν τόσο αηδή και θλιβερά».

Η κηδεία του Γιάννη Χρήστου έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας και μπροστά στο πλήθος των παρευρισκομένων ο Γιάννης Παπαϊωάννου έκανε τη νεκρολογία. Το φέρετρο στην τελευταία κατοικία του συνθέτη μετέφεραν φίλοι του από τον χώρο της μουσικής όπως ο Γιώργος Λεωτσάκος και ηθοποιοί του Θεάτρου Τέχνης με προεξέχοντα τον ηθοποιό Γιώργο Λαζάνη.

Και έκτοτε έμεινε στην αφρόκρεμα της διεθνούς αβανγκάρντ, ως μια χαρακτηριστική περίπτωση εκ των κορυφαίων δημιουργών όλων των εποχών, πάντα με την ιδιοσυγκρασιακή του φυσιογνωμία που δεν υπηρέτησε και δεν τάχθηκε ποτέ σε «σχολές» διατηρώντας και ενισχύοντας την παγκόσμια αναγνώριση που είχε και στη ζωή του. Μαζί έμεινε και εκείνη η συγκλονιστική ρήση του: «Man has failed» (Ο άνθρωπος απέτυχε) με την οποία σχολίασε με τον πιο επίκαιρο τρόπο στις 6 ή 7 Ιουνίου 1967 την Απριλιανή δικτατορία, τη χρεοκοπία του ανθρώπου. Ρήση δυστυχώς διαρκώς επίκαιρη και αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου.

Συμπτώσεις πολλές, συμπτώσεις απίστευτες είχε η ζωή του Γιάννη Χρήστου, η γέννηση και ο θάνατος του. Τα δυο αυτά χρονικά ορόσημα στη ζωή του ταυτίστηκαν την ίδια μέρα και περίπου την ίδια ώρα. Κάτι σαν έναν πλήρης κύκλος ζωής. Καμιά σύμπτωση όμως δεν υπήρξε στο έργο του. Ένα έργο που δικαιολογήθηκε μόνο από έναν λόγο. Την αστείρευτη καλλιτεχνικά και χαρισματική προσωπικότητά του.

Ο Γιάννης Χρήστου (πέμπτος όρθιος) το 1962 ως μέλος της πρωτοβάθμιας κριτικής επιτροπής του Διαγωνισμού του Α.Τ.Ι. που προκηρύχθηκε τον Απρίλιο του 1962 για έργο μουσικής δωματίου (έως 12 όργανα) πρωτοποριακών τάσεων. Ο διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε με γενναιόδωρη χορηγία (έπαθλο χρηματικό, έξοδα εκτέλεσης έργων κλπ) του Μάνου Χατζιδάκι. Μαζί με τον Χρήστου, μέλη της πρωτοβάθμιας κριτικής επιτροπής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις (7ος όρθιος) και ο μουσικολόγος Γ.Γ. Παπαϊωάννου (8ος όρθιος). Όρθιοι διακρίνονται επίσης τα μέλη της δευτεροβάθμιας κριτικής επιτροπής του «Βραβείου Χατζιδάκι»: D. Dayton (μουσικολόγος), Φοίβος Ανωγειανάκης (μουσικολόγος), Gunther Becker (συνθέτης), Lucas Foss (καθηγητής Πανεπιστημίου Καλιφόρνια) και Γιώργος Χατζηνίκος (πιανίστας, διευθυντής ορχήστρας). Μέλος της δευτεροβάθμιας κριτικής επιτροπής ήταν και ο Ευάγγελος Παπανούτσος (αισθητικός, εκπαιδευτικός) που δεν εικονίζεται στη φωτογραφία. Καθήμενοι οι βραβευθέντες του διαγωνισμού: Αναστάσιος Λογοθέτης (α΄ βραβείο για το έργο του «Μεσουράνηση»-1960, αυτοσχεδιασμός από 12 όργανα πάνω σε ορισμένες δοσμένες «θέσεις», εξημισείας με τη σύνθεση «Μόρσιμα-Αμόρσιμα»-1962 για πιάνο, βιολί, τσέλο, κοντραμπάσο του Ιάνη Ξενάκη), Νίκος Μαμαγκάκης (β΄ βραβείο για το έργο του «Μονόλογος»-1962 για σόλο τσέλο), Γιώργος Λεωτσάκος (β΄ έπαινος για το έργο του «Εφτά Χάι-Κάι»-1961 για πιάνο και φωνή πάνω σε στίχους του Γιαπωνέζου Γιόσσα Μπουσσόν: 1716-1784) και Θόδωρος Αντωνίου (α΄ έπαινος με διάκριση για το έργο του «Κοντσερτίνο»-1962 για πιάνο, κρουστά και έγχορδα). Η φωτογραφία προέρχεται από το «Θέατρο 1962» – Έκδοση Θεάτρου Χορού και Μουσικής για το 1962 (εκδότης: Θ. Κρίτας, 1962)