
Αρχαίες αιγυπτιακές, ρωμαϊκές και ελληνικές ανακαλύψεις ήρθαν στο φως στην Εχνασία Αλ-Μεντίνα στο Μπένι Σουέφ
Αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν μια σειρά από σημαντικές ανακαλύψεις την Κυριακή, 31 Μαΐου 2026, στην τοποθεσία Εχνασία Αλ-Μεντίνα (Ehnasiya Al-Medina) στο Μπένι Σουέφ της Αιγύπτου. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν επιγραφές που συνδέονται με τον βασιλιά Σέσωστρι Γ΄ (Senusret III), τα ερείπια μιας ρωμαϊκής βασιλικής, καθώς και μια σπάνια μαρμάρινη κεφαλή της Αφροδίτης, ρίχνοντας νέο φως στη σημασία της τοποθεσίας ανά τους αιώνες και σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.
Οι ανακαλύψεις έγιναν από αιγυπτιακή αρχαιολογική αποστολή του Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων (SCA) κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία πόλη, η οποία κατά την ελληνορωμαϊκή περίοδο ήταν γνωστή ως Ηρακλεόπολις η Μεγάλη.
Μεταξύ των σημαντικότερων ευρημάτων είναι ένας επαναχρησιμοποιημένος λίθος που φέρει ανάγλυφη επιγραφή με το όνομα του Σέσωστρι Γ΄, ενός από τους πιο εξέχοντες ηγεμόνες του Μέσου Βασιλείου της Αιγύπτου. Η επιγραφή περιλαμβάνει τόσο το όνομα του θρόνου όσο και το όνομα γέννησης του βασιλιά, δίπλα σε μια δέλτο (καρτούς) που φέρει το όνομα της θεότητας Όσιρι-Ναρέφ (Osir-Naref), υπογραμμίζοντας τη σημασία της λατρείας αυτής στην Εχνασία κατά τη Φαραωνική και την Πτολεμαϊκή περίοδο.

Οι ανασκαφές έφεραν επίσης στο φως επεκτάσεις μιας βασιλικής της ρωμαϊκής εποχής, καθώς και κατάλοιπα ενός παλαιότερου δωρικού ναού. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια μαρμάρινή κεφαλή της Αφροδίτης, της ελληνικής θεάς του έρωτα και της ομορφιάς, καθώς και θραύσματα από επιτοίχια αγάλματα και πήλινες μήτρες (καλούπια) τερακότας, οι οποίες πιστεύεται ότι χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή νομισμάτων κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.
Ο Σερίφ Φάθι, Υπουργός Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, χαρακτήρισε τις ανακαλύψεις ως μια σημαντική προσθήκη στην κατανόηση της ιστορικής σημασίας της Εχνασίας και του ρόλου της σε διάφορες περιόδους της αιγυπτιακής ιστορίας.
Ο Χεσάμ Ελ-Λέιθι, Γενικός Γραμματέας του SCA, δήλωσε ότι η επιγραφή του Σέσωστρι Γ΄ ενισχύει τις αποδείξεις για τη σύνδεση του βασιλιά με τα μνημεία της Εχνασίας και αναδεικνύει τη θρησκευτική σημασία της πόλης κατά τη διάρκεια του Μέσου Βασιλείου.
Πρόσθεσε ότι τα τμήματα της βασιλικής που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την εξέλιξη αυτού του τύπου κτιρίου. Οι βασιλικές εξυπηρετούσαν διοικητικές, εμπορικές και κοινωνικές λειτουργίες κατά την ελληνική (ελληνιστική) περίοδο, προτού προσαρμοστούν για τη χριστιανική λατρεία στους μετέπειτα αιώνες.

Ο Μοχάμεντ Άμπντελ Μπαντέι, επικεφαλής του Τομέα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων στο SCA, δήλωσε ότι η προκαταρκτική ανάλυση υποδηλώνει πως αρχιτεκτονικά στοιχεία από τον δωρικό ναό επαναχρησιμοποιήθηκαν τον 6ο αιώνα μ.Χ. ως θεμέλια για τη βασιλική. Οι χτίστες αναδιοργάνωσαν μεγάλους λίθους για να υποστηρίξουν κίονες που ζύγιζαν έως και 45 τόνους, τρεις από τους οποίους παραμένουν όρθιοι στην αρχική τους θέση.
Ο Άμπντελ Μπαντέι ανέφερε ότι το γλυπτό της Αφροδίτης, διαστάσεων περίπου 24 επί 25 εκατοστών, είναι αξιοσημείωτο για την ποιότητα της κατασκευής του, ιδιαίτερα για τα λεπτομερή χαρακτηριστικά του προσώπου και τα κυματιστά μαλλιά, που αντανακλούν τις κλασικές καλλιτεχνικές παραδόσεις.
Τα θραύσματα των αγαλμάτων και τα καλούπια νομισμάτων από τερακότα υποδηλώνουν ότι η Εχνασία παρέμεινε ένα ενεργό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο κατά τη ρωμαϊκή εποχή, πρόσθεσε ο ίδιος.
Οι ερευνητές συνεχίζουν την επιστημονική ανάλυση και τις εργασίες χρονολόγησης στα νέα ευρήματα.
Η Εχνασία Αλ-Μεντίνα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Αιγύπτου. Διέτελεσε πρωτεύουσα της Αιγύπτου κατά την Ένατη και Δέκατη Δυναστεία, ενώ αργότερα παρέμεινε μεγάλο θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο κατά το Μέσο Βασίλειο, το Νέο Βασίλειο και την Τρίτη Μεταβατική Περίοδο. Η πόλη γνώρισε νέα ακμή υπό την ελληνική και ρωμαϊκή κυριαρχία, όταν και έγινε γνωστή ως Ηρακλεόπολις η Μεγάλη.


