
Τη Δευτέρα 4 Μαΐου 2026, όσοι τυχεροί παρακολουθήσαμε τη θεατρική παράσταση του θεάτρου Σαλαμίνας «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» γέμισε η ψυχή μας από τις εναλλαγές των συναισθημάτων ενός έργου, που κινείται δραματουργικά ανάμεσα στην επιτηδευμένη επίφαση και την εσώτερη απογύμνωση. Το έργο της Χρύσας Σπηλιώτη, μιας γυναίκας η οποία χάθηκε με τραγικό τρόπο το 2018 στην καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι, αποτελεί για τη «Θεατρική Βίβλο» μια από τις σπουδαιότερες καταθέσεις δημιουργών με ισχυρότατη παρακαταθήκη για το μέλλον. Αυτό οφείλεται στη διαχρονική θεματολογία και το καυστικό μελάνι με το οποίο γέμιζε το μελανοδοχείο της η θεατρική συγγραφέας, βουτώντας την πένα της για να συνθλίψει στερεότυπα, εμμονές και επιδερμικές ηθικές αξιώσεις που πηγάζουν απ’ το φόβο της καθαρότητας των ανθρώπινων σχέσεων.
Το έργο της ισοδυναμεί με ακτίνα φωτός που διαθλάται στα ακινητοποιημένα νερά μιας λίμνης, για να υποδαυλίσει την επανάσταση στον πυθμένα της μέσω της αποκάλυψης χαρακτήρων, προσωπικοτήτων και γεγονότων που δημιουργεί ο κοινωνικός εθισμός σε παραδοσιακά δεδομένα που θεωρούνται άβατα.

Η σκηνοθεσία του Στεφάνου Καρυδάκη και η μουσική επιμέλεια είχαν ταυτιστεί απόλυτα με τον λόγο, την πρόθεση και τη διάσταση που επιθυμούσε να δώσει η συγγραφέας όταν άπλωνε το θεατρικό λόγο της σε μια κόλλα χαρτί. Είναι αλήθεια ότι ένα έργο θεατρικό αποκτά οντότητα, υπόσταση και φωνή, όταν παίρνει σάρκα και οστά επάνω στο σανίδι. Ένας ικανός σκηνοθέτης αυτό το ρόλο επιτελεί δηλαδή, να πάρει το άψυχο κείμενο και να του δώσει ζωή. Να δημιουργήσει ένσαρκα περιγράμματα ηρώων, εντός των οποίων θα τοποθετήσει με λεπτομερή ακρίβεια, πνεύμα και συνειδησιακή καθαρότητα των πρωταγωνιστών. Στη δική μου θεώρηση, ουδέποτε έπραξα ουσιώδη διαχωρισμό μεταξύ πρωταγωνιστών και κομπάρσων. Αναντίρρητα, το βάρος μιας παράστασης βαρύνει κατά κύριο λόγο τους πρωταγωνιστές, λόγω χρόνου, μέγεθος κειμένου και ενσάρκωσης ρόλου, αλλά τυγχάνει πολλές φορές ένα άδειο κουστούμι απαξιωμένο σε μια κρεμάστρα, να ελκύει το μάτι του θεατή σε σημείο, που να επικεντρώνεται το βλέμμα του περισσότερο από αυτόν που πρόκειται να το φορέσει.

Ο Καρυδάκης ως δεινός σκηνοθέτης, κατορθώνει στην παράσταση αυτή να αποθεώσει το φαντασιακό στον θεατή, καθιστώντας τον εν δυνάμει και εν ενεργεία ηθοποιό επί σκηνής, καθότι μέσω της πνευματικής διάδρασης και της αντίστροφης προσεγγίσεως, από την εκβολή στην πηγή, προσδίδει την απαιτούμενη ψυχαναλυτική χροιά για να δοθεί το προανάκρουσμα ενός εσώτερου προβληματισμού. Τούτο διαπιστώνεται και από το γεγονός των «φτωχών» σκηνικών, τα οποία ουδόλως έχει ανάγκη το ποιοτικό θέατρο, σε αντίθεση με την κραυγαλέα έπαρση και επίδειξη άλλων θεατρικών σχημάτων.

Οι δυο πρωταγωνίστριες, η Ελένη Γιαννουλάκη και η Μαρία Καλή, απέδωσαν τα μέγιστα με άψογο επαγγελματισμό, πλήρη ένταξη και ενσάρκωση στο ρόλο που τους είχε ανατεθεί, αποσπώντας τα πλέον κολακευτικά σχόλια από το κοινό το οποίο τις καταχειροκρότησε στο τέλος.
Το έργο αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παιχτεί από μη ταλαντούχους ηθοποιούς. Οι δύο νεαρές κοπέλες οδήγησαν με τη συγκλονιστική και πολυδιάστατη υποκριτική τους, τούς θεατές σε μια αναπαράσταση της ανθρώπινη ζωής η οποία θεμελιώνεται και εξελίσσεται εντός της φιλίας και των σχέσεων δύο ηρωίδων, της Λίζας και της Καίτης.
Αυτές συνδεδεμένες από αίμα και ουσιαστική φιλία, διαπερνούν τους κύκλους της ζωής από την ηλικία του παιδιού, στην ενηλικίωση και καταλήγουν στην τρίτη ηλικία αντιμέτωπες με τις προκλήσεις, τους πόθους και τα πάθη τους, εντονότερα όμως τις απογοητεύσεις τους. Και οι δύο αρίστευσαν ως «διαγωνιζόμενες» στη σκληρή ματιά της πρεμιέρας του έργου, που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στο θέατρο της Ιουλίας Σαλβάγου.

Οι φωτισμοί προσέδωσαν την κατάλληλη ατμοσφαιρικότητα δημιουργώντας άλλοτε τον περιορισμό και άλλοτε το άπλωμα του ορίζοντα υπαρκτικά, συναισθηματικά και πνευματικά.
Η βοηθός σκηνής Βικτώρια Δικαιοπούλου φρόντιζε να στηριχθεί η όλη παράσταση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αυτό ήταν εμφανές με τις ενδυματολογικές αλλαγές των δύο ηρωίδων σε χρόνο εκπληκτικά άμεσο, αλλά και με τα διάφορα ηχητικά εφέ που είχε αναλάβει. ΄Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε, ότι ο βοηθός επί σκηνής, είναι η κρυφή δύναμη μιας απαιτητικής παράστασης κατά την οποία, οι σκηνές εναλλάσσονται σε σημείο κινηματογραφικής ταχύτητας.
Εν κατακλείδι για την παράσταση «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» αξίζουν και της πρέπουν έπαινοι και μια βαθύτατη αποδοχή όσον αναφορά στη σκηνοθεσία, τις ερμηνείες, τη μουσική επιμέλεια, τους φωτισμούς και τη μη ορατή στήριξη του παρασκηνίου, εκ του παρασκηνίου.
Συγχαρητήρια λοιπόν στο θέατρο Σαλαμίνας για την επιλογή του.

Παρευρέθηκαν από πλευράς θεσμικής εκπροσώπησης εκ μέρους της ΕΚΑ, ο Πρόεδρος κ. Ανδρέας Βαφειάδης – ο οποίος απηύθυνε χαιρετισμό ως οικοδεσπότης – ο Γενικός Γραμματέας κ. Νικόλαος Κατσιμπρής – και ο Διευθυντής κ. Γεώργιος Μπούλος, ενώ παρούσα ήταν και η Πρόεδρος του ΕΝΟΑ και Πτολεμαίου Α΄ κα. Λιλίκα Θλιβίτου, συνοδευόμενη από τον Γενικό Γραμματέα του Πτολεμαίου κ. Δημήτριο Καλομοιράκη, η Διευθύντρια του “Μάννα” και των Κοινοτικών Ξενώνων κα. Ελένη Άστωρ, καθώς και η Διευθύντρια του Αβερωφείου κα. Αφροδίτη Πεβερέτου και άλλοι, όπως εκπαιδευτικοί και πάροικοι.


























